• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// κριτικές

    • 29.07.13

      Η Νεφέλη στα σύννεφα

      (Δημοσιεύθηκε στην BookPress)

      Η «κρίση» και οι πολλαπλές συνδηλώσεις της, στο ευρωπαϊκό πλέον πεδίο, είναι το έδαφος πάνω στο οποίο ανθούν (ή δυσκολεύονται να ανθίσουν) και οι ήρωες του τελευταίου μυθιστορήματος της Δήμητρας Κολλιάκου «Το πρόσωπο του ουρανού» (εκδ. Πατάκη). Η Κολλιάκου (γεν. 1968), που έζησε κι εργάστηκε για πολλά χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία, τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία, ανήκει στους Έλληνες συγγραφείς που αναπνέουν εκ των πραγμάτων ευρωπαϊκό αέρα και των οποίων η ματιά προς τη χώρα αλλά και απέναντι στα σύγχρονα προβλήματα εμπεριέχει ποικίλες προσλαμβάνουσες που τη βοηθούν να προσδίδει υπαρξιακό βάθος στα, συνήθως, οικόσιτα δράματά της.

      Η ηρωίδα της, η Νεφέλη, μια ελληνίδα στα σαραντακάτι της, βλέπει τους κλειδωνισμούς του γάμου της με τον Άγγλο σύζυγό της Σαμ να συντονίζονται με την ευρύτερη κοινωνική και οικονομική αποσάθρωση, βρίσκοντας αποκούμπι για την ίδια όσο και για τον προέφηβο γιο της Νικόλα σε μια φιλική πλην ιδιόρρυθμη γειτόνισσα, ονόματι Μάριον Μπελ, που δηλώνει «συλλέκτρια νεφών». Άλλωστε, όπως σύντομα θα καταλάβουμε, ο ίδιος ο χωρισμός οφείλεται σε κάποιο βαθμό στην αδυναμία του Σαμ να κρατήσει τη θέση του στο Πανεπιστήμιο, σε ένα περιβάλλον όλο και περισσότερο ανταγωνιστικό, όλο και λιγότερο ακαδημαϊκό. Η απώλεια της δουλειάς του και η αφιέρωση στην πολυπόθητη συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι ο δεύτερος αφηγηματικός άξονας του βιβλίου, που υποστηρίζεται και από μια αφήγηση που εκφράζει τη δική του οπτική γωνία. Η εξιστόρηση των περιπετειών του Σαμ στο πανεπιστήμιο, μέχρι και τον τελικό εξοβελισμό του, δίνει την ευκαιρία στον ήρωα για μια σειρά από καυστικές παρατηρήσεις σχετικά με την υποχώρηση του ακαδημαϊκού ήθους στο σύγχρονο βρετανικό πανεπιστήμιο, υπό την επέλαση οικονομικίστικων αντιλήψεων περί αποδοτικότητας, ανταγωνιστικότητας κ.λπ, που είχε –τουλάχιστον στον αγγλοσαξονικό κόσμο− ως πρώτο ορατό αποτέλεσμα την ραγδαία υποχώρηση των ανθρωπιστικών σπουδών σε πολλά από τα μεγάλα ιδρύματα.

      Παράλληλα με τις δυο αυτές αφηγηματικές ροές, της Νεφέλης και του Σαμ, που επικοινωνούν υφολογικά και αλληλοσυμπληρώνονται δραματουργικά, αναπτύσσεται και μια τρίτη εκτενάστατη αφήγηση, ένα είδος «παραλλαγής» πάνω στις περιπέτειες του Χάρι Πότερ με πρωταγωνιστή τον κολλητό του διάσημου ήρωα, έναν looser Ρον, που φαίνεται να αντανακλά τον «κόσμο» του βουβού Νίκολας, του τραυματισμένου από τον χωρισμό δεκάχρονου.

      Μια παρατήρηση: Η επιλογή της ένθεσης ενός πλήρους δεύτερου βιβλίου μέσα στο αρχικό βιβλίο δεν έχει από μόνη της πλέον τίποτε το καινοτόμο – για να μην πούμε ότι σε ορισμένους συγγραφικούς κύκλους έχει εξελιχθεί σε ένα είδος «μεταμοντέρνας» κοινοτοπίας. Ομοίως, η ένταξη στο βιβλίο κάθε άλλης αφήγησης που ενδεχομένως συναντά ό ήρωας ή η ηρωίδα στη ζωή του, εμπίπτει στην ίδια αντίληψη περί «κατασκευής» του μυθιστορήματος, της υποτίμησης δηλαδή της λεγόμενης οργανικής ενότητας της αφήγησης, προς όφελος μιας περισσότερο πλουραλιστικής ματιάς, μιας εξεζητημένης κι ενίοτε επιδεικτικής πολυφωνίας. Θα έλεγε κανείς ότι για μια μερίδα συγγραφέων, το να διηγηθούν απλώς μια ιστορία, από την οπτική γωνία ενός ανθρώπου (που είναι, εδώ που τα λέμε, η πιο ανθρώπινη και η πιο ρεαλιστική αφηγηματική συνθήκη) έχει γίνει ένα είδος ταμπού. Το γεγονός βέβαια ότι πολλοί εξ αυτών ουδέποτε αφηγήθηκαν μια ενδιαφέρουσα ιστορία με πειστικό τρόπο, και ρίχτηκαν εξαρχής στην τέχνη του κολάζ, της «κατασκευής» και της υψηλής αφηγηματικής κοπτοραπτικής, με κάνει καμιά φορά να αναρωτιέμαι πόσο παρόμοιες «αισθητικές» και «φιλοσοφικές» επιλογές δεν έχουν επέλθει στην πραγματικότητα υπό το βάρος της αδυναμίας…

      Η Κολλιάκου, ας το ξεκαθαρίσω αυτό, δεν είναι τέτοια συγγραφέας∙ δεν είναι αυτή η στόφα της. Η μέχρι σήμερα συγγραφική πορεία της, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος του συγκεκριμένου βιβλίου, μαρτυρά συγγραφέα που ρίχνει εντελώς αλλού το κέντρο βάρους της και που γνωρίζει καλά πώς να πλάθει αληθινούς και τρισδιάστατους χαρακτήρες, αποφεύγοντας «κολπάκια» και «τεχνικές» του μεταμοντέρνου οπλοστασίου. Η επιλογή της ένθεσης ενός βιβλίου μέσα στο βιβλίο −την οποία επαύξησε ενθέτοντας και μια δεύτερη «οριακά σχετική» αφήγηση στο βασικό κορμό της ιστορίας της, ένα χειρόγραφο με την αφήγηση του πατέρα της γειτόνισσας από τη Μάχη της Κρήτης!− ήταν σίγουρα αποτέλεσμα στοχασμού και εσωτερικών ισορροπιών της αφήγησης, έτσι όπως τα αντιλήφθηκε η δημιουργός της. Την δική μου ανάγνωση, δυστυχώς, την «πέταξε έξω», ξεσηκώνοντας επιπλέον μια σειρά αρνητικές σκέψεις (βλ. παραπάνω) για το πώς πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς, κι όχι μόνο Έλληνες βέβαια, «φουσκώνουν» τα βιβλία τους εντάσσοντας σε αυτά διάφορα ετερογενή υλικά, στο πλαίσιο μιας μεταμοντέρνας αντίληψης τύπου anything goes.

      Αλλά, στο κάτω κάτω της γραφής, δεν είμαι κι εγώ παρά ένας αναγνώστης. Οι εξουσίες μου είναι μεν αναγνωρισμένες (και με θεωρητική «βούλα» πλέον από τις ποικίλες «αναγνωστικές θεωρίες»), αλλά ευτυχώς περιορισμένες – κι έτσι πρέπει.

      Κώστας Κατσουλάρης

      29.07.2013

      Επιστροφή