• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// βιβλία

    • Το πρόσωπο του ουρανού (απόσπασμα)

      Αποσπάσματα από το «Πρόσωπο του ουρανού» (Δήμητρα Κολλιάκου, 2013)

      [Από το χειρόγραφο του Ντέμιαν Μπελ, σελ. 153-154]

      Φτάσαμε κάποτε στα Σφακιά, όπου υποτίθεται θα επιβιβαζόμασταν στα πλοία. Δεν βρήκαμε λιμάνι, μόνο έναν μικρό μόλο, κι από κει πραγματοποιούνταν η εκκένωση του στρατού. Γινόταν μύλος, και μες στη γενική αταξία ένας ταγματάρχης έκανε τη διαλογή χωρίζοντας αυτούς που θα έφευγαν απ’ αυτούς που θα έμεναν. Μας είπε πως όσοι είχαν τουφέκια έπρεπε να τα παραδώσουν γιατί τα χρειαζόταν η οπισθοφυλακή. Το δικό μου το είχα μεταφέρει πειθήνια ως εδώ και το παρέδωσα σχεδόν με ανακούφιση. Στη συνέχεια, μας ανακοίνωσαν πως όσοι ήταν παντρεμένοι θα είχαν προτεραιότητα – όσο για τους υπόλοιπους, θα τραβούσαν κλήρο. Στην κληρωτίδα θα έβαζαν τις ζωές μας. Αν έγινε κλήρωση, δεν το ξέρω – εγώ τουλάχιστον δεν έλαβα μέρος ή ήμουν άτυχος, όπως και τόσοι άλλοι, μαζί κι ο φιλαράκος που είχε κατασκευάσει τον καμπινέ στο συνεργείο μας έξω απ’ τα Χανιά. Κανένας απ’ τη μονάδα μας δεν στάθηκε τυχερός, παντρεμένοι κι ανύπαντροι. Μας είπαν τότε πως θα μας οδηγούσαν σε κάποιο πλάτωμα λίγο πιο κάτω όπου υπήρχαν σπήλαια, κι εκεί θα βρίσκαμε προστασία από τα Στούκας. Ήμασταν όλοι κατάκοποι, σχεδόν δεν μας ένοιαζε πια η συνέχεια. Είχα μια αίσθηση πως δεν βρισκόμουν σ’ αυτόν τον κόσμο, ένα αλλόκοτο αίσθημα τέλειας ανυπαρξίας. Ξεκινώντας προφτάσαμε να δούμε με τα ίδια μας τα μάτια την οπισθοφυλακή να ανεβαίνει στο καράβι στη θέση μας – ήταν ένα μικρό σκάφος που θα τους πήγαινε μέχρι το αντιτορπιλικό. Μάλιστα μετέφεραν μαζί τους και τα όπλα που μας είχαν ζητήσει να παραδώσουμε προηγούμενως. Όχι ότι αν τα είχαμε κρατήσει θα έκανε διαφορά. Φτάσαμε στο πλάτωμα και βρήκαμε πράγματι κάμποσες σπηλιές. Χωθήκαμε εκεί μέσα και ξεραθήκαμε ως το πρωί.  

       

      [Απόσπασμα από το κυρίως μέρος, σελ. 235-238]

      ΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΓΛΟΥ φαντάρου τη διάβασε εκείνο το βράδυ μονορούφι. Όχι μόνο λόγω αϋπνίας, αλλά και γιατί το ύφος τού θύμισε τον πατέρα του. Αυτός ήταν ο λόγος των παλιών: σκέτα τα γεγονότα, χωρίς πολλές αναλύσεις, χωρίς φτιασίδια. Ίσως επειδή ήταν άνθρωποι του λαού – δεν είχαν περάσει από πανεπιστήμια. Γιατί, τι άλλο μπορεί να συνέδεε τους δυο τους; Αν ο άγνωστος χρονικογράφος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, αν τον έστειλαν πράγματι να πολεμήσει στην Κρήτη, αν η ημερομηνία γέννησης που έδινε στο κείμενο ήταν αυθεντική, τότε ήταν καμιά δεκαπενταριά χρόνια μεγαλύτερος απ’ τον πατέρα του. Με την πιο συντηρητική εκτίμηση, ο αφηγητής το ’41 θα ήταν είκοσι χρονών, άρα αν ζούσε ακόμη θα είχε περάσει τα ενενήντα.

      Πόσο αυστηρά ιεραρχημένη ήταν εκείνη η κοινωνία, πόσο άδικη. Πόσο ποδοπατήθηκαν οι «κάτω». Αυτό του έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση. Μπήκαν οι αξιωματικοί στα καράβια κι άφησαν τους στρατιώτες να πιαστούν αιχμάλωτοι πολέμου. Οικονομία δυνάμεων. Μικρός είχε ακούσει τον πατέρα του να λέει: «Να γιατί ο Τσόρτσιλ έχασε τις εκλογές, κι ας κέρδισε τον πόλεμο».

      Κάτι παρόμοιο δεν είχε συμβεί και στον ίδιον; Χωρίς να το πολυκαταλάβει, βρέθηκε κι αυτός απ’ τη μεριά των στρατιωτών, που τους θυσιάζουν χωρίς πολλή σκέψη. Ενώ το αφεντικό του, η Κάρολαϊν, ανήκε στην άλλη κατηγορία. Με τους ανώτατους αξιωματικούς, συμφωνούσε κι εκείνη ότι ο επικεφαλής καθόλου δεν οφείλει να φερθεί σαν τον καπετάνιο του πλοίου, που είναι ο τελευταίος που θα εγκαταλείψει τη θέση του.

      Και παραφράζοντας: όταν έχουμε οικονομικά στενέματα, ο επικεφαλής αξιωματικός (βλ. πρύτανης) δεν έχει την παραμικρή ηθική υποχρέωση να παραιτηθεί ο ίδιος από ένα μικρό ποσοστό των εσόδων του, προκειμένου να μην ξηλωθούν λέκτορες που τα γνωστικά τους αντικείμενα «βρίσκονται σε κρίσιμη καμπή και δεν έχουν αντικειμενικές προοπτικές να προσελκύσουν επενδύσεις». Διακόσιες πενήντα χιλιάδες λίρες τον χρόνο έβγαζε ο λεβέντης τους – σ’ άλλα πανεπιστήμια έφτανε και τα πεντακόσια χιλιάρικα το κασέ. If we pay them peanuts, we’ll appoint monkeys, διαστρέβλωναν το επιχείρημα οι εφημερίδες που υποστήριζαν το νέο ακαδημαϊκό καθεστώς. Για να μην είναι οι πρυτάνεις μας «μαϊμούδες», πρέπει να τους πληρώνουμε χρυσούς.

      Τι θα έλεγε γι’ όλα αυτά ο πατέρας του; Καλύτερα που δεν τα πρόλαβε, σκέφτεται συχνά. Η απόλυσή του θα τον είχε λυπήσει βαθιά. Θα είχε τολμήσει όμως να του αφηγηθεί καταλεπτώς την «πτώση» του; Θα συμφωνούσε άραγε κι εκείνος με τον συσχετισμό που του φαινόταν τώρα τόσο προφανής;

      Οικονομία δυνάμεων. Πάντα μ’ αυτόν τον τρόπο έλυναν τα προβλήματα οι δικοί τους: όσοι ξαφνικά δεν χωράνε, όσοι περισσεύουν, είτε είναι στρατιώτες είτε πανεπιστημιακοί λέκτορες, τους ψαλιδίζουμε απλώς.

      Τον είχε κάνει περήφανο η σταδιοδρομία του γιου του. Ήταν απόδειξη στα μάτια του ότι, παρά τον πρώιμο χαμό της μητέρας του –γιατί μ’ αυτή τη λέξη αναφερόταν στην αυτοκτονία–, τα είχε καταφέρει να μεγαλώσει καλά το παιδί. Κι ενώ ποτέ δεν τον επισκεπτόταν –ούτε στα παιδικά του χρόνια, όσο τον είχε στο οικοτροφείο, ούτε όταν μεγάλωσε κι έφυγε μόνος του για σπουδές–, χάλασε τον κόσμο να κατεβεί στο Λονδίνο για την απονομή του διδακτορικού του τίτλου. Άρρωστος ήδη, είχε στηθεί μαζί του στην ουρά για να βγάλει την αναμνηστική φωτογραφία. Καμιά επιθυμία δεν είχε ο ίδιος για τέτοια φωτογράφιση, αλλά δεν βάσταξε να μην του κάνει το χατίρι. Τυλιγμένος με την πανεπιστημιακή τήβεννο –είχε υποχρεωθεί να τη νοικιάσει ακριβά για την περίσταση– και μ’ ένα πρόσωπο παράξενα ατσαλάκωτο κι ίσως γι’ αυτό εκ των υστέρων τόσο ξένο, για χρόνια φιγουράριζε πάνω στο γείσο του τζακιού του πατέρα του και τον λιβάνιζε ο καπνός του τσιγάρου του, που μέχρι τέλους κανένας γιατρός δεν τον κατάφερε να το απαρνηθεί.

      Τον είχε πάρει ο ύπνος τελικά στον καναπέ με το χειρόγραφο στα χέρια, κι εκεί τον βρήκε το πρωί η Νεφέλη.

      «Ο πατέρας της διπλανής» τον πληροφόρησε. «Όσο ζούσε, ποτέ δεν τους είχε κάνει λόγο γι’ αυτά. Το μόνο που γνώριζαν ήταν ότι τον πόλεμο τον πέρασε αιχμάλωτος σε στρατόπεδο στην Αυστρία. Για κάποιον λόγο, ένιωσε την ανάγκη, φαίνεται, να τα καταγράψει στο τέλος της ζωής του, λίγους μήνες πριν πεθάνει».

      Να κι ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσα στους δυο τους, σκέφτηκε. Τόσο ο δικός του πατέρας, όσο και ο πατέρας της γειτόνισσας και άσημος χρονικογράφος, είχαν περάσει από την πλευρά των τεθνεώτων.

      Τη ρώτησε αν είχε αφήσει πίσω του κι άλλα γραπτά, αν είχε γράψει και για τη ζωή στο στρατόπεδο, ή για την επιστροφή, τις δυσκολίες προσαρμογής στον καιρό της ειρήνης. Η Νεφέλη όμως δεν ήξερε να του πει. Μόνο αυτό το κείμενο της είχε δείξει η γειτόνισσα, ίσως γιατί κάλυπτε το κομμάτι που διαδραματίστηκε στην Κρήτη.

      «Να θέμα για σένα, που θέλεις να γράψεις» του πέταξε ξαφνικά. «Να θέμα που θα μπορούσε να ενδιαφέρει τόσο κάποιον εκδότη, όσο και το αναγνωστικό κοινό. Που θα μπορούσε να γυριστεί και ταινία…»

       

      [Από το χειρόγραφο του Σαμ, σελ. 214-217]

      Τον πήρε μέσα, κλειδαμπάρωσε, τον έσυρε στο βεσεδάκι και του έδειξε το φινιστρίνι. Σε έσχατη ανάγκη, σε φυγαδεύω από δω. Μόνο σε έσχατη ανάγκη –του διευκρίνισε–, γιατί αν έβγαινε από κει θα υποχρεωνόταν να περάσει κάτω απ’ το παράθυρο του καπετάνιου.

      Στην ταραχή του, ο Χάρι δεν κατάφερε να κάνει τον συσχετισμό.

      «Δεν θα κοιμάται ο καπετάνιος τέτοια ώρα;»

      «Κοιμάται και ξυπνάει κι άλλη δουλειά δεν κάνει, όπως το είδες με τα μάτια σου».

      Γελώντας με το ξάφνιασμά του, ο Μορς τού εξηγεί πως με τον καπετάνιο μόλις δώσαν γνωριμία: Δεν ήταν άλλος από τον θηριώδη τύπο που ροχάλιζε.

      «Υποφέρει απ’ την αρρώστια των δελφινιών. Τα δελφίνια κοιμούνται μόνο με το ένα ημισφαίριο του εγκεφάλου, ενώ το άλλο παραμένει ξύπνιο. Έτσι είναι καμωμένα, για να μπορούν ακόμα και στον ύπνο τους να αναδύονται στην επιφάνεια του νερού και ν’ αναπνέουν. Φαντάσου να ονειρεύεσαι με το μισό μυαλό σου, ενώ τ’ άλλο μισό επεξεργάζεται όπως όπως την εξωτερική πραγματικότητα. Όταν ξυπνάει κι απ’ τις δυο πλευρές ο καπετάνιος, ποτέ δεν ξέρει να σου πει τι έγινε στ’ αλήθεια και τι είδε στον ύπνο του».

      Πού ήθελε να καταλήξει; Ο Χάρι δεν τολμάει να τον διακόψει.

      «Στον άνθρωπο, τα συμπτώματα είναι τρομακτική αϋπνία που εναλλάσσεται με λήθαργο. Σε προχωρημένο στάδιο, ο πάσχων βυθίζεται στον ύπνο για ένα λεπτό κάθε φορά, και παίρνει εκατοντάδες τέτοιους μικροΰπνους την ημέρα. Θάνατος από αϋπνία… Απ’ όλα τα θηλαστικά, μόνο το αόμματο δελφίνι του Ινδού ποταμού κοιμάται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Δεν παύει ούτε στιγμή να κολυμπάει, άυπνο διαρκώς, γιατί το ζώνουν χίλιοι κίνδυνοι, ιδίως όταν οι μουσώνες πλημμυρίζουν τον Ινδό, και τα νερά του παρασέρνουν μπάζα ή ξεριζωμένα δέντρα…»

      Έξω, η φασαρία έχει κοπάσει. Ο Χάρι αποφασίζει να βρει κάποια δικαιολογία να την κάνει.

      «Τοξικές ουσίες που δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμες» αλλάζει ύφος ξαφνικά ο Μορς. «Έχεις ακούσει για τους λεγόμενους διττούς παράγοντες; Επιφανειακά έχουν τη σύνθεση αθώων σκευασμάτων που κυκλοφορούν ευρέως στο εμπόριο. Όμως, κατά τη χρήση, κάποιες απ’ τις ουσίες που περιέχουν σε μηδαμινές και φαινομενικά ακίνδυνες ποσότητες σχηματίζουν μοιραίες χημικές ενώσεις. Οι διττοί παράγοντες αποθηκεύονται πιο εύκολα, έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής στο ράφι… Ευκολίες που δεν τις ξέραμε στις μέρες μας».

      Όπως κάθεται απέναντί του, ανεβάζει το δεξί του μπατζάκι και του δείχνει το πόδι του. Μια βαθιά αχνοκόκκινη ουλή απλώνεται απ’ το καλάμι ως το γόνατο, σαν να του έχουν ξεκολλήσει ολόκληρο κομμάτι κρέας.

      «Τα αεροπλάνα έριχναν τρόφιμα: ρύζι κι αλεύρι. Τα δέματα, σχεδιασμένα ν’ ανατινάζονται στον αέρα, άδειαζαν σαν σουρωτήρια. Μέρος απ’ το περιεχόμενό τους όμως έφτανε άθικτο στο έδαφος: ψύλλοι, μολυσμένοι με πανώλη».

      Ο Χάρι πετάγεται όρθιος. Σε ποια θάλασσα πλέουμε; Η ερώτηση αντηχεί στο μυαλό του σαν να του την υποβάλλει άλλος. «Έπαψε η φασαρία έξω, ώρα να πηγαίνω» ανακοινώνει τρέμοντας.

      Ο ασυρματιστής τον αγνοεί.

      «Μας ψέκαζαν με παθογόνους οργανισμούς. Αυτό που βλέπεις» του ξαναδείχνει την ουλή «ξεκίνησε από μια μικρή φουσκάλα. Γρήγορα απλώθηκε σ’ όλο το πόδι, προκαλώντας κάτι σαν γάγγραινα. Εκατοντάδες χιλιάδες προσβλήθηκαν από ασθένειες: Πανούκλα, τύφος, τυφοειδής πυρετός, χολέρα, άνθρακας. Υπέκυψαν χιλιάδες. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να υπογραφούν συνθήκες που ν’ απαγορεύουν τη χρήση τέτοιων μέσων. Από τότε διερευνώνται άλλοι τρόποι επέμβασης – τρόποι, ας πούμε, πιο σπλαχνικοί».

      «Ποιος κυβερνάει το καράβι, αφού ο καπετάνιος είναι κοιμισμένος;» ξεσπάει ο Χάρι.

      Ο ασυρματιστής χαμογελάει πικρά:

      «Φίλε μου, αυτό να το θυμάσαι: Το πλοίο μπορεί να σαλπάρει δίχως καπετάνιο, μα ποτέ δίχως μαρκόνη».

      Επιστροφή