• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// κριτικές

    • 30.07.07

      Νέα γυναίκα, μόνη, ψάχνει…

      (Δημοσιεύθηκε στα Νέα)

      Η Δήμητρα Κολλιάκου κάνει φέτος την έκπληξη

      Ανάποδα από ό, τι συνήθως συμβαίνει στην Ελλάδα της επιδοματικής πολιτικής, η διάκριση αυτού του βιβλίου έδωσε κύρος στον λογοτεχνικό διαγωνισμό που είχε την τόλμη να το βραβεύσει. Θαύμα, Θαύμα!

      Δεν πειράζει να επαναλαμβανόμαστε πότε πότε. Είναι άλλωστε τόσο ευάλωτα τα λογοτεχνικά βραβεία αυτής της χώρας, συμπεριλαμβανομένων και των κρατικών, που μια δόση υπερβολής είναι εντελώς δικαιολογημένη όταν κάτι χαρμόσυνο έρχεται από κει. Η βράβευση της “Θερμοκρασίας δωματίου“ από τον νεόκοπο λογοτεχνικό διαγωνισμό του περιοδικού (δε)κατα έδωσε αέρα στους βιβλιόφιλους που έχοντας κιόλας ξεχωρίσει το μυθιστόρημα είδαν την προτίμησή τους να δικαιώνεται χωρίς να χρειαστεί λογοτεχνικό μάρκετινγκ και η ευλογία του εγχώριου ιερατείου το οποίο, κακά τα ψέματα, σπανίως μπαίνει στον κόπο να δει πέρα από τη μύτη του.

      Αυτά έχει η ζωή, υπάρχουν όμως και χειρότερα και επάνω σ’ αυτό κάτι φαίνεται να ξέρει η εξαιρετική κυρία Κολλιάκου, εξ ου και μας παραδίδει μια από τις πιο σημαντικές λογοτεχνικές ηρωίδες της τελευταίας δεκαετίας. Μια “ενζενί από την ανάποδη” επιτρέψτε μου αν πω, ένα τραυματισμένο από τη γέννα του θυληκό που βγαίνει στη ζωή έχοντας σημαία τον στραπατσαρισμένο ναρκισσισμό του και την ολική συναισθηματική του τύφλωση. Με αυτά τα προσόντα συν κάτι ψευτοσπουδές στα βρετανικά πανεπιστημιακά σούπερ μάρκετ, η δικιά μας είναι φανερό ότι δεν θα πάει μακριά κι ας την οδήγησε το spleen της ίσα με την πολυπόθητη σημερινή Ιερουσαλήμ.

      Η παράνοια

      Εγκαθίσταται στην παλιά παλαιστινιακή πολυκατοικία και αρχίζει τα καψώνια στον νεαρό Εβραίο σύντροφό της ο οποίος καίτοι μη θρησκευόμενος, για την περίπτωση ανταποκρίνεται με αρετές Ιώβ και βάλε. Το αυτό και ο φιλικός του περίγυρος, όλοι τους Εβραίοι διανοούμενοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν την Ελληνίδα “νύφη” με made in USA ανοιχτωσιά. Η ευγένεια των άλλων, αντί να κατευνάσει, φουντώνει την μανία καταδίωξης της ηρωίδας μας, η οποία επιμένει να βλέπει παντού συνωμοσίες και απειλές, αντιπαραθέτοντας ασυνειδήτως τη δική της αμελητέα (;) ευθραυστότητα στην εύθραυστη καθημερινότητα της σύγχρονης Ιερουσαλήμ. Το κορίτσι από την Αθήνα βολτάρει στη διαιρεμένη πόλη ψάχνοντας για τοπικές γκουρμεδιές, μπαίνει στα λεωφορεία λογαριάζοντας ότι ο καμικάζι θα κωλώσει μπροστά στο ελληνικό της διαβατήριο και ψάχνει τρόπους να οριοθετηθεί απέναντι σε μια επεκτατική πεθερά λες και διεκδικούν και οι δυο τον ίδιο άντρα. Αστεία πράγματα. Η ηρωίδα μας αδιαφορεί πλήρως για τον Εβραίο σύντροφό της κολλημένη καθώς είναι στην κλασική της αιμομικτική φαντασίωση, τον κλασικό Έλληνα ξάδερφο των κλασικών παιδικών καλοκαιριών. Αυτόν θέλει, αλλά άλλον παιδεύει και κατά βάθος παιδεύεται.

      Ο πόνος

      Κάτι τα ψυχοσωματικά, κάτι το διαρκώς ογκούμενο ανικανοποίητο την οδηγούν στο καμαράκι της Εβραίας ψυχαναλύτριας, “κονέ” της κουλτουριάρας πεθεράς κι έτσι αρχίζει το πάρτι της “μεταβίβασης”. Ας με συγχωρέσουν οι ειδικοί της ψυχανάλυσης που χρησιμοποιώ τους όρους τους αλλά, τόσο που παραγνωριστήκαμε, δεν υπάρχουν πια μυστικά. Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος θα κατασκευάσει τον διώκτη της, ένα θηλυκό τέρας με δυο κεφάλια, αυτό της πεθεράς και αυτό της ψυχαναλύτριας, και φυσικά θα πέσει απάνω τους ζωσμένη “εκρηκτικά”. Την ίδια απελπισμένη γραμμή άμυνας θα κατασκευάσει και εις βάρος του γενετιστή που στήνει κι αυτός πάρτι πάνω στα υποχονδριακά της συμπτώματα αμελώντας εντελώς το ενδεχόμενο οι δύο οικογενειακοί γυναικολογικοί καρκίνοι (μητέρα και θεία) να μην κρύβουν κατ’ ανάγκη τις προθέσεις τους στα γονίδια της πρωταγωνίστριας.

      Κακά τα ψέματα: ο πόνος του νάρκισσου δεν προκαλεί σχεδόν ποτέ τη συμπάθεια των άλλων. Έτσι η ηρωίδα μας θα συνεχίσει να νιώθει ξένη κι απόξενη από τους γύρω της, οι οποίοι εξαντλώντας όσα αποθέματα καλών τρόπων τους έχουν απομείνει, στο τέλος θα κοιτάξουν την πάρτη τους. Και τότε θα ακουστεί το μεγάλο κρακ. Ο καθρέφτης θα σπάει κι ο νάρκισσος θα δει ότι πίσω από τα κομμάτια του κρύβεται μια άλλη αλήθεια, εντελώς διάφορη από τη δική του. Τώρα; Δεν θα μπω στον πειρασμό να αποκαλύψω το φινάλε. Έτσι κι αλλιώς, με απασχολεί ακόμη.

      Τι υπέροχο, τι θαυμάσιο υλικό και πόσο ωραία το αναπτύσσει η συγγραφέας σχεδόν μέχρι την τελευταία σελίδα! Δυστυχώς στο παραπέντε θυμάται ότι εδώ δεν κάνουμε το κέφι μας παρά κάνουμε λογοτεχνία και με μια άτσαλη κίνηση που μυρίζει λογοτεχνικό εργαστήριο σπεύδει να κλείσει τα ανοίγματά της σχεδόν αποφαινόμενη. Κρίμα, δυο φορές κρίμα, γιατί η κυρία Κολλιάκου είναι μια χαρισματική συγγραφέας.

      Το βιαστικό φινάλε κακοποιεί, κατά τη γνώμη μου, την όλη ανάπτυξη του βιβλίου και αφήνει ερωτήματα για την πιθανή ύπαρξη ενός βάρβαρου editing. Στην άποψη αυτή μας οδηγεί (με  το ζόρι) και το οπισθόφυλλο το οποίο σουμάρει την ουσία του βιβλίου ως εξής: “Σε μια εποχή που η αγάπη δεν είναι πια πανάκεια, οι εξομολογήσεις στο ντιβάνι έπαψαν προ πολλού να επαρκούν, κι η επιστήμη δεν έχει ηθικές αναστολές, ποιος θα της δείξει πώς να ζει;” (sic)

      Ρούλα Γεωργακοπούλου

      30.7.2007

      Επιστροφή