• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// κριτικές

    • 15.06.07

      Θερμοκρασία δωματίου

      (Δημοσιεύθηκε στο lifo.gr)

      Με αφορμή έναν αδιάγνωστο πόνο, μια νέα γυναίκα επισκέπτεται μια ψυχοθεραπεύτρια. Τι ρόλο παίζουν στη ζωή της ο προστατευτικός σύντροφός της, μια μεγαλύτερη γυναίκα – η ανασφαλής αλλά κι εξουσιαστική Μάρθα-, ο ποθητός όσο και απρόσιτος Ορέστης, ένας αδίστακτος σύμβουλος Γενετικής, κι αυτή ακόμη η επικίνδυνη παντογνωστία της ψυχοθεραπεύτριας; Σε μια εποχή που η αγάπη δεν είναι πανάκεια, οι εξομολογήσεις στο ντιβάνι έπαψαν προ πολλού να επαρκούν, κι η επιστήμη δεν έχει ηθικές αναστολές, ποιος θα της δείξει πώς να ζει;

      Κάπως έτσι έχει η ιστορία.

      Αλλά μετά από αυτό τι;

      Τι έρχεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, τι μένει και τι πετά κανείς; Γαιτί δεν έχει γραφτεί ακόμα το βιβλίο που στο τέλος δεν υπάρχει κάτι που θέλεις να πετάξεις. Απλώς, το παραβλέπεις, αν το κείμενο που μόλις τέλειωσες είναι απλώς ένα μικρό, δειλό masterpiece.

      Η Δήμητρα Κολλιάκου. Ξεκινώ με ένα δικό της βιβλίο, απλώς για λόγους πρόσφατης βράβευσης. Το περιοδικό (δε)κατα δικαίως της απένειμε το Athens Prize of Literature και επιτέλους απέδειξαν κάποιοι ότι η λογοτεχνία εκ μέρους των γυναικών κινείται και πέρα από τα όρια της μικροαστικής δαιμονοποίησης (θεοποίησης για άλλους) που ζέχνει Zara και μανόν. Σχηματικά μιλώ πάντα. Αναδείχθηκε έτσι η “Θερμοκρασία δωματίου” που άφησε πίσω της έναν Ιούδα να φιλά ακόμα, κανείς δε νοιάζεται πια για την υπεροχότητά του, και κάτι ξέφρενες μαμάδες του Κεφαλαρίου (σχηματικά πάλι) να χορεύουν blues σε in νησιά, χωρίς λόγο.

      Αλλά το βιβλίο αυτό τι είναι; Το βιβλίο είναι το κομμάτι των νευρώσεων που όλοι μας θέλουμε να αποκρύψουμε, αλλά όλοι αποκαλύπτουμε σε γράμματα με άγνωστο παραλήπτη. Κάπως έτσι γράφτηκε, θέλω να φαντάζομαι, αυτό το βιβλίο. Μόνο που η Δήμητρα Κολλιάκου έχει παραλήπτη. Το σύγχρονο status μιας κοινωνίας που έχει από τη μια ξεπεράσει την υποχονδριακή διανοουμενίλα και από την άλλη έχει βαλθεί να αποδείξει ότι ενδιαφέρεται, για παράδειγμα, και για τις κοινωνικές/πολιτικές ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή.

      Αλλά ας τα πάρουμε με κάποια σειρά.

      Μεταμοντερνισμός. Σε όλο του το μεγαλείο. Εγκιβωτισμοί, in media res για τους σχολαστικούς, αναπολύσεις, πισωγυρίσματα και νευρώσεις.  Σήμερα. Όλο το σήμερα που το ίδιο το βιβλίο το προσπερνά. Και το πάει ένα βήμα παραπέρα.

      Αλλα πού;

      Στην αναίρεση. Το βιβλίο είναι μια διαρκής αναίρεση.

      Αναίρεση των κοινωνισμών, ως πλαισίου ψευδεπίγραφης διαφυγής από τα προσωπικά, ως δήθεν ενσωμάτωση στον κοινωνικό ρου μιας ζωής που αποζητά λύτρωση από τα προβλήματα που η ίδια έχει δημιουργήσει, Θεωρίες.

      Η ηρωίδα του βιβλίου της Κολλιάκου ζει. Στο τώρα που είναι όλως σχηματισμένο και οριοθετημένο στο χθες. Το σήμερα της ηρωίδας είναι ο καθρέφτης των εμπειριών της. Λανθάνον κλισέ, το ομολογώ. Εντούτοις, είναι έτσι δοσμένο που μυρίζει φρέσκο αέρα, που δηλώνει την άλλη πλευρά ενός ακόμα πιο κλισές φεγγαριού. Που ζει κι αυτό στ’ αλήθεια. Με όλη την τρομολαγνεία ή τρομοϋστερία του σύγχρονου κόσμου (η ιστορία εκτυλίσσεται και στην ταραγμένη Ιερουσαλήμ), με το κέντρο της ζωής και των νέων δομών των παγκόσμιων κοινωνιών (Λονδίνο), αλλά και σε μια κοινωνία που προσπαθεί να υψώσει ανάστημα και να ακουστεί (Αθήνα).

      Στο βιβλίο υπάρχουν ψήγματα των νέων επιστημονικών ερευνών (εξελικτική βιολογία, -απάνθρωπη- γενετική), νύξεις για τα μαθήματα creative writing ή γίνε-καλός-συγγραφέας-σε-δέκα-μέρες, με αναγωγές ίσως στη σύγχρονη αντίληψη της λογοτεχνίας.

      Η Κολλιάκου καθρεφτίζει (μήπως υποκαθιστά;) στα πρόσωπα του περιβάλλοντος (στο αφηγηματικό παρόν) της ηρωίδας με όλα τα πρόσωπα που κατά καιρούς την περιτριγύριζαν και, εμφανώς, τη διαμόρφωναν.

      Ο Γιαΐρ (ο φίλος του αφηγηματικού παρόντος) υποκαθιστά (αρχικά υποτυπωδώς, αργότερα ολοκληρωτικά) τον Ορέστη (τον ξάδερφο με τον οποίο ήταν άρρωστα αλλά πανέμορφα ερωτευμένη), η Μάγδα, η μέλλουσα πεθερά της, τη νευρωτική και υπερπροστατευτική μάνα που υπονοείται στο βιβλίο, ο πατέρας (στα σίγουρα) και η θεία της είναι μάλλον πιο καταλυτικός παράγοντας, η Αστάρ, μια ψυχαναλύτρια μάλλον κομπογιαννίτικης υποστάσεως, μαζί με τον άτεκγτο γενετιστή του τέλους του βιβλίου, καθρεφτίζουν τις υστερίες μιας ολόκληρης κοινωνίας που φοβάται να μιλήσει στον πλησίον του, φοβάται να φωνάξει για να ακουστεί, παρά μόνο ψιθυρίζει κάποια λίγα πραγματάκια για όλα όσα την πονάνε και μόνο για λόγους ευθιξίας ή υποχρέωσης.

      Αλλά και δειλά να κάνει νύξη όχι για τη μοναξιά του ενός αλλά για τη μοναξιά του ενός ως μισού που ανήκει σε ένα άλλο: “Το ονοματεπώνυμό μου κι η διεύθυνσή μας”, λέει στη σελίδα 212. Η Κολλιάκου θέλει να κορυφώσει τη θέση του έρωτα στη σύγχρονη πραγματικότητα, που κι αυτός ως υστερία μέσα σ’ όλα φωνάζει και ζητά να βγει έξω από ένα όστρακο που του έχουν επιβάλει, έξω από μια χαραμάδα που στρίμωξε το φως του. Ερώτηση υποφώσκουσα: Πού είναι η ανθρώπινη επαφή κρυμμένη; Εδώ χρειάζεται η βοήθεια του αναγνώστη.

      Η συγγραφέας θεωρητικοποιεί, επίσης, στο βιβλίο της αυτό. Όταν αναφέρεται, στις σελίδες 216-217, στην παρατηρητικότητα του μοναχικού ανθρώπου, που ενδύεται εν προκειμένω το ρούχο του συγγραφέα, υποδηλώνει περίτρανα ότι ο συγγραφέας δεν έχει χώρα, δεν έχει χώρο, ανήκει στη μνήμη του και στις εμμονές του, όπου αυτές εντάσσονται, εδράζεται κι αυτός. Κάνει, επιπλέον, λόγο – υπαινικτικό πάντα, δεν είναι δασκάλα – για τις σύγχρονες ψυχαναλυτικές θεωρίες αλλά και για τον πατέρα τους, τον Freud.

      Ένα από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου βρίσκεται στη σελίδα 216 όταν γράφει πως ο Γιαΐρ “είχε υπόψη του πως ο κρετίνος συνδέεται ετυμολογικά με τη λέξη χριστιανός”.  (Από το chretien, στα γαλλικά;) Εδώ έρχεται να μιλήσει για τη γλωσσολογία, άλλωστε την έχει σπουδάσει και τώρα τη διδάσκει, σε συνδυασμό και με ένα άλλο σημείο του κειμένου που αναφέρεται στη σύνταξη, την (αν)ορθογραφία και τη σημειολογία ενός γράμματος που η ηρωίδα έλαβε.

      Η “Θερμοκρασία δωματίου” έχει και κάποια αρνητικά στοιχεία, για να αποδώσω τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Η αδιάκοπη αναφορά στις νευρώσεις της πρωταγωνίστριας, όσο κι αν γίνεται με εύσχημο τρόπο, πολλές φορές μοιάζει παράταιρη με το κείμενο. Κουράζει, ίσως, και, κάποιες φορές, η λεπτομερής θεωρητικοποίηση σε διάφορα ζητήματα που έχει ήδη αναφέρει. Τέλος, σε κάποια σημεία του βιβλίου έχεις την αίσθηση ότι η συγγραφέας ξαναθυμάται ότι είναι και πανεπιστημιακός και παίρνει το ανάλογο ύφος, δίνοντάς μας ξανά και ξανά να καταλάβουμε τι συμβαίνει τώρα.

      Ε, όλα αυτά η Κολλιάκου το κομμματιάζει και τα επανασυνθέτει τόσο όμορφα που απλώς τελειώνει το βιβλίο και μένεις να κοιτάς τις τελευταίες λέξεις και αν μην καταλαβαίνεις τι σου συνέβει μόλις τώρα: Στη νέα εξορία (που δε μας επιβλήθηκε, αλλά την επιβάλαμε εμείς στον εαυτό μας) θα βγαίναμε μαζί απ’ τον φαύλο κύλο, θα κάναμε μαζί τη νέα αρχή.

      Δημήτρης Αθηνάκης, 15.06.2007

      Επιστροφή