• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// βιβλία

    • Θερμοκρασία δωματίου (απόσπασμα)

      Απόσπασμα από την “Θερμοκρασία δωματίου” (Δήμητρα Κολλιάκου, 2006)

      Ο καθηγητής Τσιμίνσκι αποδείχτηκε αναπάντεχα νέος, ή μάλλον αυτό που λέγανε παλιά ένας άντρας στην ακμή του. Είχε όλα τα χαρακτηριστικά αυτών των ανδρών, τουλάχιστον σύμφωνα με τα φτηνορομάντζα: φαρδείς ώμους, που πάνω τους το σακάκι του τσίτωνε σαν να του έπεφτε ανεπαίσθητα μικρό, γκρίζους κροτάφους, τις πρώτες γοητευτικές ακόμα ρυτίδες, κάτασπρη οδοντοστοιχία που έμοιαζε εχέγγυο υγείας, ή η τελευταία λέξη μιας απρόσιτης οικονομικά στο ευρύ κοινό τεχνικής εμφύτευσης. Αναρωτήθηκα πόσα χρόνια μεσολαβούσαν ανάμεσα σ’ εκείνον και τη Ρέιτσελ, μια γυναίκα που δε διέθετε σχεδόν καμία γοητεία και που έδειχνε να μην την απασχολεί στο ελάχιστο αυτό. Υπήρχαν άλλα αδέρφια ανάμεσά τους και ο συγκεκριμένος Τσιμίνσκι ήταν το στερνοπαίδι, ή η μητέρα που βγήκε ζωντανή απ’ τα στρατόπεδα είχε χρειαστεί να κάνει ένα μεγάλο διάλειμμα ανάμεσα στα δυο παιδιά, γιατί η ψυχική της υγεία ήταν σοβαρά κλονισμένη;

      Ο Τσιμίνσκι μας υποδέχτηκε εγκάρδια και ανέφερε αμέσως τη Ρέιτσελ:

      “Σου είναι ευγνώμων για τα ελληνικά της, που επιμένει ότι είναι πια αρκετά καλά… Αληθεύει αυτό;” κατέληξε με μια αστεία γκριμάτσα, σαν να ήθελε να μ’ ενθαρρύνει να του μιλήσω ελεύθερα και να τη διαψεύσω, και ταυτόχρονα σαν να μου ζητούσε συγγνώμη που οι προσπάθειές μου να μάθω στην αδερφή του ελληνικά δεν είχαν φέρει ιδιαίτερο αποτέλεσμα.

      Η Ρέιτσελ μιλούσε πράγματι καλά ελληνικά, με το λεξιλόγιο μιας γενιάς νεότερης απ’ τη δική μου που είχα σχεδόν πάψει να παρακολουθώ τα τρία τελευταία χρόνια στο εξωτερικό. Ξεσήκωνε διάφορες εκφράσεις από διαβαστερά – όπως τα χαρακτήριζε – ελληνικά μυθιστορήματα, που οι συγγραφείς τους δεν είχαν ακόμη σαρανταρίσει, κι όμως η life-style εικόνα τους είχε σχεδόν εξαφανίσει τη λογοτεχνική. Η προφορά της βρισκόταν κατά πολύ πάνω απ’ τον μέσο όρο ξένου ομιλητή, κάτι που όφειλε όχι βέβαια σ’ εμένα, που είχα παραλάβει την ομάδα πριν από δύο, μόλις, μήνες, αλλά στο ότι τα εβραϊκά, που είχαν γίνει μητρική της γλώσσα, διαθέτουν παρόμοιο φωνητικό σύστημα με τα ελληνικά – τα ίδια πέντε βασικά φωνήεντα, και, με λίγες εξαιρέσεις, τα ίδια σύμφωνα.

      Με κάποια αδεξιότητα έδωσα διευκρινίσεις, που ελάχιστα ενδιέφεραν τον Τσιμίνσκι. Η αναφορά στην αδερφή του και στα καλά ελληνικά της ήταν προκαταρκτικές ευγένειες που δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να παρατείνει περισσότερο απ’ όσο ήταν εντελώς απαραίτητο. Σαν να έδιωχνε από μπροστά του μια νοητή μύγα, ένευσε ότι ήταν ώρα να περάσουμε στο κύριο θέμα, κι έσκυψε στο διάγραμμα του γενεαλογικού μου δέντρου, που του είχε παραδώσει η μαυροφόρα βοηθός του όταν μας συνόδευσε στο γραφείο του.

      Το βλέμμα του, γαλήνιο, περιεργάστηκε το διάγραμμα, ξαφνικά συγκεντρώθηκε ανήσυχο στα νύχια του αριστερού του χεριού, για να στραφεί επιτέλους πάνω μου, αυτή τη φορά συνδυασμένο μ’ ένα χαμόγελο που μου φάνηκε ύποπτα καθησυχαστικό.

      “Έχω δει και πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις” άρχισε με μια ψιλοειρωνική διάθεση που το μόνο που κατάφερε ήταν να δέσει κόμπο το στομάχι μου. “Τι νόημα έχει αυτή η επίσκεψη; Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ” το γύριζε ξαφνικά σ’ έναν πληθυντικό κηδεμονίας που μάντευα πως καταπίεζε τον Γιαΐρ όσο κι εμένα την ίδια.

      “Πριν περάσουμε στα, ας τα πούμε, ιατρικά, θα ήθελα να σου ξεκαθαρίσω κάτι.” Το δεύτερο πρόσωπο ενικού ήταν εξίσου εκνευριστικό με τον προηγούμενο πληθυντικό. Με ήξερε κι από χτες; Ποιος του είχε δώσει τέτοιο θάρρος; Σαν να μην έφτανε αυτό, με κοιτούσε τώρα έντονα στα μάτια, παριστάνοντας ότι ο Γιαΐρ, που ήταν καθισμένος δίπλα μου, δεν είχε περισσότερα δικαιώματα απ’ ό, τι ο σάκος μου. (Τον τελευταίο τον είχα αποθέσει σε μια καρέκλα στ’ αριστερά μου, για να τον προφυλάξω απ’ τα μικρόβια της κλινικής, που τα φανταζόμουν να σχηματίζουν κάτι σαν ζωντανό τάπητα πάνω στα φαινομενικά πεντακάθαρα μάρμαρα του δαπέδου του γραφείου του.)

      “Θα ήθελα να σου ξεκαθαρίσω ότι δεν είμαι κανένα μαλάκιο” κατέληξε απρόβλεπτα την επόμενη στιγμή, αιφνιδιάζοντάς μας και τους δύο.

      Θεώρησα περιττό να επέμβω και να τον διαβεβαιώσω ότι μια τέτοια υποψία δεν είχε περάσει καθόλου απ’ το μυαλό μου.

      “Ξέρω τι σημαίνει να φτάσει κανείς ως εδώ, τι είδους σκέψεις περνάνε απ’ το μυαλό σου… το μυαλό σας” διόρθωσε ξαφνικά, σαν να είχε για πρώτη φορά συνυπολογίσει και τον Γιαΐρ “ότι θέλει θάρρος για ν’ αποφασίσει να φτάσει κανείς στην αλήθεια…”

      “Θέλω να σε διαβεβαιώσω, ή μάλλον – γιατί όχι – να σας διαβεβαιώσω και τους δύο, ότι κι εγώ ο ίδιος στην προσωπική μου ζωή χρειάστηκε να δείξω τέτοιο θάρρος”.

      Ο Γιαΐρ άλλαξε θέση στο κάθισμά του. Η υπομονή του είχε αρχίσει ν’ αγγίζει τα όριά της. Μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη πως θ’ ακούγαμε τώρα κάποια τραγική προσωπική ιστορία. Μήπως ο γιατρός ήταν από τους ελάχιστους άντρες με καρκίνο του μαστού, και την είχε, προς το παρόν, σκαπουλάρει; Η προοπτική μιας ντε προφούντις εξομολόγησης ήταν ερεθιστική.

      “Όταν τραυματίστηκα στον Λίβανο, κι ενώ χαροπάλευα στο νοσοκομείο, η φιλενάδα σου η Ρέιτσελ γέννησε το αγοράκι της, το πρώτο μου ανίψι”.

      Δε μου ήταν εύκολο να φανταστώ τη Ρέιτσελ σε μια ηλικία που μπορούσε ακόμη να κάνει παιδί. Μου ήταν δύσκολο και να τη φανταστώ φιλενάδα μου. Μέχρι στιγμής, η σχέση μου μαζί της ήταν καθαρά επαγγελματική.

      “Κι όταν ξεπέρασα πια τον κίνδυνο και μου έφεραν να δω το μωρό, η Ρέιτσελ μου είπε γελώντας: ‘είσαι τυχερός, μπαγάσα, που γνωρίζεις τον Ίταμαρ’. Και πράγματι, ήμουν πολύ τυχερός. Θα μπορούσα να είχα σκοτωθεί, θα μπορούσα να τα είχα  τινάξει στο νοσοκομείο και να μην γνωρίσω ποτέ τον ανιψιό μου…”

      Έγνεψα πρόθυμα ότι συμφωνώ. Πού ήθελε να το πάει;

      “Εκείνο που προσπαθώ να πω είναι ότι μπορεί να δει κανείς τη ζωή σαν μια σειρά από προκλήσεις που καλείσαι να αντιμετωπίσεις. Και για ορισμένους, οι προκλήσεις αυτές είναι μεγαλύτερες απ’ ό, τι για άλλους – τα πράγματα τούς έρχονται πιο δύσκολα – και κάποιοι δημιουργούν από μόνοι τους τ ις δυσκολίες, ίσως από μια διάθεση να κάνουν το παιχνίδι πιο ενδιαφέρον. Ορισμένα πράγματα σου συμβαίνουν, χωρίς να μπορείς να τα ελέγξεις: έτυχε να γεννηθώ Ισραηλινός, βρέθηκα στον Λίβανο όταν ο Σαρόν έκανε την εισβολή, έτυχε να τραυματιστώ. Άλλοι σκοτώθηκαν, και σε τελική ανάλυση, εμείς ήμαστε οι εισβολείς, αλλά ας μην μπούμε τώρα σ’ αυτό, γιατί ξεφεύγουμε πολύ απ’ αυτό που προσπαθώ να πω. Έτυχε να βρεθώ εκεί, κι ο τραυματισμός μου ήταν κάτι σαν πρόκληση: το ότι κατάφερα να τη γλιτώσω – είχα, βέβαια, την τύχη με το μέρος μου- το ότι μπόρεσα να επανέλθω στον παλιό τρόπο ζωής… Χρειάστηκα πολλούς μήνες φυσιοθεραπεία, δεν ήταν εύκολο”.

      Τον φαντάστηκα τραυματία πολέμου, με φόντο τα σκηνικά μιας ταινίας για τον Δεύτερο Παγκόσμιο. Τα λευκά σιδερένια κρεβάτια του θαλάμου, πάνω τους οι τραυματίες με τους επιδέσμους, κάποιοι τους ακρωτηριασμένοι. Τα μόρια της σκόνης να αιωρούνται μέσα στις δέσμες φωτός που έμπαινε απ’ τα μεγάλα παράθυρα. Τα ήρεμα, αλλά αποφασιστικά βήματα της αδερφής νοσοκόμας. Ήταν ωραίος άντρας. Θα μπορούσε να είναι ηθοποιός.

      “Κι άλλες προκλήσεις πάλι, τις διαλέγεις από μόνος σου. Τρεις φορές επιχείρησα να διασχίσω τη Μάγχη κολυμπώντας. Τις δύο πρώτες, με ψάρεψε το πλοιάριο ημιλιπόθυμο μέσα απ’ τα νερά. Η Ρέιτσελ ήταν πάνω στο πλοίο. Η μεγάλη αδερφή… Οι γονείς μας είχαν την εμπειρία των στρατοπέδων, και οι δυο επιζώντες. Από μικρά παιδιά έπρεπε μονίμως να προσέχουμε μην τους στεναχωρήσουμε. Μέχρι το τέλος της ζωής τους βασανίστηκαν κι οι δυο με το ερώτημα γιατί ευνοήθηκαν εκείνοι από τη μοίρα τη στιγή που αφανίστηκαν τόσα εκατομμύρια άλλοι”.

      Μάντευα τώρα πως ο Γιαΐρ είχε αρχίσει να τον βλέπει με κάποια συμπάθεια.

      “Γιατί το κανάλι της Μάγχης;” εξακολούθησε στον ίδιο τόνο, διατυπώνοντας δυνατά μια ερώτηση που μου είχε περάσει απ’ το μυαλό, αλλά προτίμησα να μην του τη θέσω. “Ούτε η Ρέιτσελ μπορούσε να καταλάβει. Της φαινόταν μαζοχισμός. Προσπάθησα να της εξηγήσω πως για μένα η Μάγχη ήταν ό, τι για κείνη τα ελληνικά. Σου έχει πει πώς τα ξεκίνησε, σου μίλησε ποτέ για τον άντρα της;”

      Έγνεψα με τρόπο που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως κατάφαση. Είχε αρχίσει να επεκτείνεται υπερβολικά. Η Ρέιτσελ δε μου είχε πει ποτέ τίποτα. Ούτε και την είχα ρωτήσει. Αυτό που ο αδερφός της χαρακτήριζε πρόκληση, για κείνη έμοιαζε να είναι απλώς ένα χόμπι, ένας τρόπος να περάσει την ώρα της κάπως δημιουργικά.

      “Στην τρίτη απόπειρα τελικά τα κατάφερα. Διέσχισα το κανάλι κολυμπώντας. Καταλαβαίνεις – καταλαβαίνετε – τι σήμαινε αυτό για μένα;”

      Ο Γιαΐρ χαμογέλασε συγκρατημένα. Εγώ έγνεψα πάλι καταφατικά. Φαίνεται τον είχαμε πετύχει σε καλή μέρα και σε ώρα που δεν είχε δουλειά. Τι ακριβώς του είχε πει η Ρέιτσελ για μένα; αναρωτήθηκα. Προφανώς μου είχε μια κάποια συμπάθεια. Πώς τόσον καιρό μού είχε διαφύγει πως υπήρχαν γύρω μου άνθρωποι που νοιάζονταν κάπως για μένα;

      Τώρα ο Τσιμίνσκι σώπαινε. Αν κάπνιζε – και με τόσο αθλητισμό αποκλείεται να ήταν καπνιστής – αυτή ήταν η στιγμή που θα έβγαζε ν’ ανάψει τσιγάρο. Αντί γι’ αυτό, γύρισε λίγο στην καρέκλα του και πάτησε μερικά πλήκτρα σ’ ένα μικρό πληκτρολόγιο τοποθετημένο σ’ ένα τμήμα του γραφείου του που σχημάτιζε ορθή γωνία με το μπροστινό κομμάτι που αντικρίζαμε εμείς. Έριξε μια ματιά στη λεπτή, υπερμεγέθη οθόνη που από κει που καθόμουν την έβλεπα μόνο στο πλάι. Αναρωτήθηκα αν με την ευκαιρία της παύσης κοιτούσε στα γρήγορα και το e-mail του.

      Στο μπροστινό κομμάτι του γραφείου υπήρχαν διάφορα επιστημονικά άρθρα τακτοποιημένα χιαστί σε στοίβες. Τους τίτλους στην κορυφή της κάθε στοίβας τούς αντίκριζα ανάποδα. Για κάποιο λόγο, αντιστεκόμουν στην ιδέα να επιχειρήσω να τους διαβάσω. Λες κι αν το έκανα, θα ανακάλυπτα κάτι δυσάρεστο.

      Ίσως με παρατήρησε που έριχνα κλεφτές ματιές, ή είχε φτάσει πια η στιγμή να μπει στο θέμα.

      “Είναι μια απλή εξέταση αίματος” ξεκίνησε κάπως απότομα, σαν να τον είχε πιάσει ξαφνικά βιασύνη να ξεμπερδεύει μαζί μου. “Ένα μικρό φιαλίδιο αρκεί. Αν η μητέρα σας ζούσε, θα ήταν εξαιρετικά εύκολη υπόθεση: θα κοιτούσαμε αν στο δικό σας δείγμα υπάρχει ο δικός της τύπος. Φανταστείτε την ανακούφισή σας αν σας έλεγα ότι δεν υπάρχει. Ότι δεν είστε φορέας. Δεν ανήκετε στην ομάδα υψηλού κινδύνου”.

      Μου ήταν ευκολότερο να φανταστώ το αντίθετο. Θα άφηνα το γραφείο του, χωρίς να μπορώ να συλλάβω πλήρως τι σήμαινε αυτό που μου είχε ανακοινώσει – ήταν το είδος της πληροφορίας που υπέθετα πως δε θα σου έδιναν ποτέ απ’ το τηλέφωνο. Η αντίδραση του Γιαΐρ: θα επιχειρούσε να με στηρίξει, χωρίς όμως να φέρει ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Η επίθεση που θα του έκανα στην αρχή: Με ποιο δικαίωμα μιλούσε; Και ήταν εύκολο να μιλάει, αφού επρόκειτο για κάτι που δεν αφορούσε άμεσα τον ίδιο. Θα σηκωνόμουνα να φύγω; Ή μήπως, σε μια τέτοια περίπτωση, θα προτιμούσα να μείνω; Αν με ήθελε, φυσικά, ο Γιαΐρ, αν κατάφερνε να με πείσει ότι μένοντας δεν του γινόμουν βάρος. Όσο για το πώς θα αντιδρούσε η Μάρθα έτσι και μάθαινε, προτίμησα να μην αρχίσω καν να το φαντάζομαι.

      “Η μητέρα μου δεν ζει” παρατήρησα ουδέτερα, βάζοντας ένα τέλος σ’ αυτές τις σκέψεις.

      Μου φάνηκε ότι με κοίταξε σκεφτικά.

      “Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, αν αποφασίσει κανείς να προχωρήσει. Ενδέχεται να είναι φορέας ο πρώτος σας ξάδερφος, ο γιος της αδερφής της μητέρας σας, που επίσης δε βρίσκεται εν ζωή. Θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε δείγματα απ’ τους δυο σας”.

      “Κι αν αρνηθεί αν δώσει αίμα;” βρήκα πάλι δικαιολογία.

      “Ξέρετε, δεν είναι υποχρεωμένος να μάθει τι έδειξε η ανάλυση”. Μου φάνηκε πως ο τόνος του γινόταν τώρα κάπως ανυπόμονος. “Κι εξάλλου, γιατί να μη θελήσει να συνεργαστεί; Ο ίδιος, λόγω φύλου, βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση μ’ εσάς, ακόμη κι αν είναι φορέας. Κι απ’ ότι βλέπω στο διάγραμμα, έχει μια κόρη…” Με κοίταξε πάλι με τον ίδιο έντονο τρόπο, σαν να ήθελε να με προκαλέσει να σκεφτώ.

      “Με τι θα συγκρίνετε το δικό του δείγμα;” παρενέβη οΓιαΐρ. “Εφόσον δεν υπάρχει άλλος απ’ την οικογένειά του που να είναι σίγουρα φορέας… Θέλω να πω, σε περίπτωση που δε βρεθεί ομοιότητα, πώς θα μπορέσετε να αποκλείσετε το ενδεχόμενο το ένα από τα δύο ξαδέρφια να είναι φορέας και το άλλο όχι;”

      Ο Τσιμίνσκι στράφηκε τώρα σ’ εκείνον.

      “Υπάρχουν μελέτες για τον δικό μας πληθυσμό και θα ξεκινήσουμε με τους τύπους γονιδίων που έχουν ήδη προσδιοριστεί. Δεν έχουμε όλους τούς, ας τους πούμε ‘ελαττωματικούς’ τύπους που προκαλούν τη συγκεκριμένη νόσο – ψάχνουμε για άλλον έναν, ή το πολύ δύο. Αλλά δε θ’ αργήσουμε να τους βρούμε κι αυτούς. Ασφαλώς, όπως παρατηρήσατε και μόνος σας, στην περίπτωση που μόλις αναφέρατε δε θα μπορούσα να σας εγγυηθώ εκατό τοις εκατό επιτυχία, γιατί οι πληθυσμοί που συγκρίνουμε – Έλληνες και Εβραίοι με καταγωγή από την Ανατολική Ευρώπη, αφού γι’ αυτούς κυρίως έχουν γίνει μελέτες – ενδέχεται να διαφέρουν μεταξύ τους”.

      “Εξαρτάται πόσο αποφασισμένη είστε να προχωρήσετε” γύρισε πάλι προς το μέρος μου. “Μπορούμε να πάρουμε δείγμα DNA απ’ τη νεκρή, αλλά δε θα είναι καλής ποιότητας”. Μου φάνηκε ότι με κοίταξε ερωτηματικά.

      Η μητέρα μου έχει πλέον εκταφεί, μου ήρθε να του πω, αλλά προτίμησα να σιωπήσω. Μετά σκέφτηκα πως μπορεί να τους αρκούσαν τα οστά.

      “Υπάρχει, βεβαίως, το ζήτημα αν θα μπορέσετε να ζήσετε μ’ αυτή τη γνώση” ξανάρχισε, χωρίς να δώσει σημασία στη σιωπή μου. “Σε μεγάλο βαθμό, είναι θέμα χαρακτήρα. Πάντως, αν μπορεί να το αντέξει κανείς, τότε, κατά τη γνώμη μου, είναι καλύτερα να γνωρίζει. Όσο περισσότερες πληροφορίες καταφέρετε να συγκεντρώσετε, τόσο το καλύτερο. Θα βρίσκεστε σε επιφυλακή. Με τις προόδους που έχει κάνει η σύγχρονη ιατρική, η έγκαιρη διάγνωση σχεδόν εγγυάται την πλήρη θεραπεία. Ίσως χρειαστεί να τροποποιήσετε κάπως τη δίαιτά σας, τον γενικότερο τρόπο ζωής σας… να κάνετε περισσότερα σπορ…” Μου χαμογέλασε. “Καταλαβαίνω ότι πρόκειται για δύσκολη απόφαση και συμμερίζομαι απόλυτα την αγωνία σας. Χρειάζεστε χρόνο να το σκεφτείτε, και έχετε όλο τον καιρό στη διάθεσή σας, δε μας βιάζει κανείς… Εδώ υπάρχει κόσμος που δυσκολεύεται ν’ αντικρίσει την αλήθεια, ακόμη κι όταν πρόκειται για θέματα πολύ απλούστερα”.

      Μου φάνηκε πως αυτό θα ήταν και η κατακλείδα – προσπαθούσε να με κάνει να πέσω στην παγίδα της ηρωικής συμπεριφοράς- αλλά ο Τσιμίνσκι συνέχισε απτόητος:

      “Αντιμετώπισα πρόσφατα μια ενδιαφέρουσα περίπτωση: τρεις αδερφές που μας έφεραν δείγμα, η τέταρτη – που ήταν και η νεότερη – είχε καρκίνο στις ωοθήκες. Οι τρείς τους έφεραν, μεν, το δείγμα, αλλά καμιά δεν ήθελε να μάθει το αποτέλεσμα της ανάλυσης. Και στις τρεις βγήκε θετικό”.

      “Και τους το είπατε;” ρώτησα με έξαψη.

      “Όχι, βέβαια” με κατακεραύνωσε με το βλέμμα του “αφού δεν ήθελα να το μάθουν…”

      Έριξα μια ματιά στις στοίβες των άρθρων πάνω στο γραφείο του. Οι τέσσερις αδερφές δεν αποκλείεται να είχαν μπει, ερήμην τους, σε κάποια δημοσίευση ανώνυμα. Μήπως, τελικά, εκείνο που επιδίωκε ήταν να με καταχωρίσει κι εμένα σε κανένα άρθρο;

      “Υπάρχει κάτι άλλο που θα θέλατε να διευκρινήσω;” ρώτησε ο Τσιμίνσκι, απευθυνόμενος τώρα στον Γιαΐρ.

      “Έχω εγώ μια τελευταία ερώτηση” αποτόλμησα. Στο κάτω κάτω της γραφής, έδωσα στον εαυτό μου θάρρος, σίγουρα η επίσκεψη θα πληρωνόταν αδρά. “Τι νόημα θα είχε μια προληπτική μαστεκτομή; Θέλω να πω, στην περίπτωση που ανακάλυπτε κανείς ότι είναι φορέας;”

      Μου έριξε μια από κείνες τις κλεφτές ματιές, λες και το είδος της ερώτησης μάς είχε φέρει πιο κοντά. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δεν αποκλείεται να είχε φανταστεί το στήθος μου. Μέγεθος, σφριγηλότητα, διάμετρο και απόχρωση που είχαν οι θηλές, και πόσο έντονη ήταν η χρωματική αντίθεση με άλλα τμήματα του σώματός μου που ήταν πιο ηλιοκαμένα.

      “Δε θα είχε κανένα απολύτως νόημα” μου απάντησε χωρίς δισταγμό, διατηρώντας την ένταση στη ματιά του. “Είναι κάτι που έκαναν παλιότερα σε ορισμένες χώρες, αλλά τώρα ξέρουμε πως είναι μάταιο. Όπως μπορείτε ν’ αντιληφθείτε κι από μόνη σας, έστω κι ένα κύτταρο ν’ αφήσει πίσω του το νυστέρι, αρκεί για να την πατήσει κανείς”.

      Επιστροφή