• 16.03.16

      Ράβοντας και ξηλώνοντας σε σκοτεινά δωμάτια

      (Δημοσιεύτηκε στην Book Press)

       

       

      Στο πέμπτο κατά σειρά μυθιστόρημά της με τίτλο Ήμισυ του παντός, η Δήμητρα Κολλιάκου πλέκει μια ιστορία που ξεκινάει ως εξής: μια εικοσιτετράχρονη κοπέλα, η Μαίρη, φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας, κατόπιν παράκλησης της μητέρας της που είναι παραδουλεύτρα, πάει στο σπίτι ενός ηλικιωμένου, του Λάμπρου, για να βοηθήσει εκτάκτως με το καθάρισμα. Ο Λάμπρος, παντρεμένος με την Γεωργιανή πρώην οικιακή βοηθό του, τη Νίνο, αρνείται να ανοίξει την πόρτα κι έτσι η Μαίρη προσφεύγει στο Μίλτο, τον σαραντάχρονο γιο του Λάμπρου, με τον οποίο στην πορεία της πλοκής συνάπτει ερωτική σχέση.

       

      Σκοτεινά δωμάτια

      Καθώς προχωράει η αφήγηση έρχονται στο φως τα νήματα που συνδέουν την οικογένεια της Μαίρης με αυτή του Μίλτου, νήματα που οι κόμποι τους ψηλαφούνται από την ηρωίδα σχεδόν στα τυφλά καθώς σχηματίζεται και ανασχηματίζεται διαρκώς στο νου της το σχέδιο της οικογενειακής της ιστορίας. Το σχέδιο μάλιστα αυτό μοιάζει διαρκώς να ξηλώνεται και να ξανακεντιέται, αφήνοντας μαύρες τρύπες αδιευκρίνιστες μέχρι τέλους, σαν η οικογενειακή ιστορία να μην μπορεί ποτέ να φωτιστεί ολοκληρωτικά∙ σαν οι ερμηνείες αντί να βοηθούν τελικά στην κατανόηση, να την υπονομεύουν διαρκώς. Οι δράσεις λαμβάνουν χώρα ως επί το πλείστον σε κλειστά δωμάτια, με έντονη τη μυρωδιά των σωμάτων που μοιάζουν εγκλωβισμένα μέσα τους, και τα οποία άλλοτε ποθούν να γυρίσουν τον πόμολο, συχνότερα όμως διστάζουν να βγουν τόσο από το σπίτι όσο και από τον εαυτό τους και τις νευρώσεις τους. Όπως και στο βραβευμένο με το Athens Prize for Literature μυθιστόρημά της, Θερμοκρασία Δωματίου, η συγγραφέας κρατάει κι εδώ τη θερμοκρασία μαγειρέματος της πλοκής χαμηλά. Οι δράσεις, υποτυπώδεις στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, λαμβάνουν χώρα ως επί το πλείστον σε κλειστά δωμάτια, με έντονη τη μυρωδιά των σωμάτων που μοιάζουν εγκλωβισμένα μέσα τους, και τα οποία άλλοτε ποθούν να γυρίσουν τον πόμολο, συχνότερα όμως διστάζουν να βγουν τόσο από το σπίτι όσο και από τον εαυτό τους και τις νευρώσεις τους. Δέσμιος ο καθένας της προσωπικής του οικογενειακής ιστορίας, άλλοτε προσπαθεί να τη ξαναγράψει ως διήγημα (όπως η εγκιβωτισμένη ιστορία που έχει γράψει ο Μίλτος με αφηγήτρια την αδελφή του) άλλοτε να την ανασυνθέσει ως τραγωδία (όπως η Μαίρη που έλκεται από την ιδέα πως ευθύνεται για το θάνατο του πατέρα της ενώ ταυτόχρονα ξεψαχνίζει κάτι αμφιλεγόμενες αναμνήσεις κακοποίησής της από τον ίδιο). Σε κάθε περίπτωση, οι ήρωες διστάζουν, αργοπορούν ή αδυνατούν να πράξουν. Και αυτή η ολιγωρία φέρνει στο τέλος την πραγματική τραγωδία.

       

      Το «τι» και το «πώς» της γραφής

      Σε ετούτο το πλέον πρόσφατο βιβλίο της Κολλιάκου φαίνονται τα βήματα που έχει κάνει η συγγραφέας ως προς τον τρόπο αφήγησης. Η γλώσσα είναι καλοδουλεμένη και ακριβής, οι μεταφορές, όπου χρησιμοποιούνται, είναι αρκετά ευφάνταστες κι ευρηματικές, τα πορτρέτα των χαρακτήρων δουλεμένα με λεπτές πινελιές. Εξίσου λεπτές κι ενδιαφέρουσες είναι κι οι παρατηρήσεις που συνοδεύουν ή σχολιάζουν τη δράση. Και φτάνοντας στη δράση, ας μου επιτραπεί να επισημάνω πως εδώ βρίσκεται η αδυναμία του βιβλίου. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα φοβάμαι πως είχα την αίσθηση ότι η ιστορία δεν προχωράει, πως βουλιάζει η πλοκή κάτω από το βάρος των προθέσεών της. Τι θέλω να πω; Προσπαθώντας να αποδώσει η συγγραφέας αυτό το κλειστοφοβικό κλίμα, την αδυναμία μετακίνησης ή λήψης αποφάσεων, τον εγκλεισμό και την αγκύλωση σε σχήματα ζωής και άλυτους κόμπους, αγκύλωσε, πιστεύω, την ίδια την ροή της αφήγησης, εγκλωβίζοντας τον αναγνώστη σε μια μακρόσυρτη πορεία που αργεί πολύ να εξελιχθεί και στην πραγματικότητα αποκτά ρυθμό κι ενδιαφέρον μόνο στις τελευταίες πενήντα σελίδες.

       

       

      Εντός της λογοτεχνίας κι εκτός της πραγματικότητας

      Σε αντίθεση με αυτά τα προβλήματα αφηγηματικής πυκνότητας και δραματουργικής οικονομίας, η Κολλιάκου μοιάζει πιο πολύ στο «περιβάλλον» της όταν χρησιμοποιεί τη θεωρητική της σκευή. Έχοντας η ίδια σπουδάσει κλασική φιλολογία και θεωρητική γλωσσολογία, εξετάζει εκτός των άλλων τη σχέση λογοτεχνίας και πραγματικότητας. Παραθέτω ενδεικτικά ένα απόσπασμα: Υπήρχαν πράγματι δύο είδη ανθρώπων, αυτοί που ενσωματώνονταν από φυσικού τους στην ομάδα, κι αυτοί που ένιωθαν «εκτός». Και υπήρχαν δύο είδη «εκτός»: το «εκτός» για το οποίο άξιζε τον κόπο να διαβάσει κανείς, και το ανάξιο λόγου «εκτός». Οι «εκτός» του πρώτου είδους ήταν λογοτεχνικοί ήρωες, ενώ οι άλλοι άνθρωποι σαν την ίδια. Μόνο οι πρώτοι έβρισκαν την άκρη στο κουβάρι, συνωμοτώντας –έστω και ασυναίσθητα– για να προσδώσουν στα ασύνδετα συνοχή. Οι δεύτεροι έμεναν εσαεί στην αρχή της ιστορίας, και δεν κατάφερναν ποτέ να ξεδιαλύνουν το άλλο ήμισυ του παντός. Η γλώσσα είναι καλοδουλεμένη και ακριβής, οι μεταφορές, όπου χρησιμοποιούνται, είναι αρκετά ευφάνταστες κι ευρηματικές, τα πορτρέτα των χαρακτήρων δουλεμένα με λεπτές πινελιές. Η έλλειψη συνοχής του «κειμένου» της πραγματικής ζωής σε αντίθεση με το πλήρες νοήματος κείμενο της λογοτεχνίας, η αδυναμία μας να εντοπίσουμε τα αίτια και τα αποτελέσματα, την αιτιακή αλυσίδα που κρύβεται πίσω απ’ την πραγματική μας ιστορία, σε αντίθεση με την αντίστοιχη διαύγεια που φωτίζει, έστω κι εκ των υστέρων, τη μυθιστορία, είναι ζητήματα που αναδύονται από τη γραφή της Κολλιάκου, η οποία έχει φροντίσει επί τούτου να σπείρει το κείμενο της με πλήθος διακειμενικών αναφορών άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο χωνεμένων στην αφήγηση.

       

      Τελευταία έξοδος: φως

      Το όμορφο, πράγματι, τέλος που έχει επιλέξει η συγγραφέας σηματοδοτείται από ένα άνοιγμα στο φως, από την εισβολή του εξωτερικού κόσμου στον εσωτερικό, του παρελθόντος στο παρόν, και προοιωνίζει για την ηρωίδα ένα νέο ξεκίνημα. Η τελευταία μάλιστα παράγραφος θέτει το ερώτημα αν η λήθη είναι αναγκαία για να προχωρήσει κανείς κι αν η αλλαγή είναι εφικτή. Μπορεί άραγε το ήμισυ να απλωθεί και να γίνει ολόκληρο;

       

      Έλενα Μαρούτσου, Book Press, 16.03.2016

       

      Επιστροφή