• 25.04.16

      Maurizio de Rosa – Παρουσίαση του βιβλίου Το ήμισυ του παντός στις Πλειάδες

      (Ομιλία του φιλόλογου και μεταφραστή Maurizio de Rosa που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου Το ήμισυ του παντός στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες στις 23.04.2016)

       

      Καλησπέρα και από μένα.

      Στο απόσπασμα που μόλις ακούσαμε εμφανίζονται οι τέσσερις βασικοί χαρακτήρες του βιβλίου της Δήμητρας Κολλιάκου: η Νίνο και ο Λάμπρος, η Μαίρη και ο Μίλτος. Πρόκειται για δυο δίπολα, πάνω στα οποία χτίζεται η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική των σχέσεων που περιγράφονται στο βιβλίο.

      Τι το κοινό υπάρχει μεταξύ τους, και μεταξύ όλων των υπόλοιπων χαρακτήρων του βιβλίου, δεν είναι αμέσως ξεκάθαρο. Το βιβλίο παρουσιάζει από την αρχή μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, πολλές σιωπές και απουσίες, που δημιουργούν μια αξιοσημείωτη ένταση και τυλίγουν όλο και περισσότερο τον αναγνώστη. Δεν είναι ολότελα ξεκάθαρο γιατί διαδραματίζονται τα όσα διαδραματίζονται κάτι που προσδίδει στο βιβλίο στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ. Η αυστηρή εστίαση της συγγραφέως στο πρόσωπο της Μαίρης, της ηρωίδας του βιβλίου, μας εμποδίζει να γνωρίζουμε παραπάνω για τους άλλους χαρακτήρες, παρά μόνο όσα ταυτόχρονα μαθαίνει και η Μαίρη. Η αυστηρότητα της εστίασης είναι, νομίζω, από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου.

      Ήδη από αυτές τις ελάχιστες νύξεις, θα καταλάβετε ότι Ήμισυ του παντός είναι από κείνα τα βιβλία που εκπαιδεύουν τον αναγνώστη, που δεν του προσφέρονται απλόχερα και τον βάζουν σιγά-σιγά στο ιδιαίτερο σύμπαν του. Ο αναγνώστης θα πρέπει από την αρχή να μάθει να συγχρονίζει το βηματισμό του με το βηματισμό του βιβλίου προκειμένου να ανακαλύψει το κλειδί που θα του ανοίξει τις πόρτες της αφήγησης.

      Το κλειδί άλλωστε είναι πανταχού παρόν στο βιβλίο της Δήμητρας Κολλιάκου. Το κλειδί είναι πανάρχαιο σύμβολο επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θείο, και χαρακτηρίζεται από μια διπλή, διφορούμενη φύση. Κλείνει αλλά και ανοίγει, κρύβει αλλά και φανερώνει. Όπως ακριβώς κάνουν οι ήρωες του βιβλίου, που πασχίζουν να απαλλαγούν από το βάρος δυσάρεστων αναμνήσεων, ταυτόχρονα όμως τις αναμνήσεις τις έχουν ανάγκη γιατί μόνο χάρη σε αυτές υπάρχουν. Οι ήρωες ψάχνουν και ψάχνονται, κάτι έχει χαθεί που προσπαθούν να το αποκτήσουν ξανά ενώ τα νοήματα παίζουν συνεχώς κρυφτούλι.

      Στο Ήμισυ του παντός, επίσης, μεγάλο ρόλο παίζουν οι απουσίες. Στη θέση των απόντων βρίσκουμε τα αντικείμενα, πολλά αντικείμενα, που κατακλύζουν τον κλειστό χώρο της δράσης και γεμίζουν το κενό της μνήμης. Άλλωστε ήδη από τον τίτλο του, το βιβλίο παραπέμπει σε κάτι που δεν υπάρχει ή δεν φαίνεται. Οι σχέσεις των χαρακτήρων μεταξύ τους είναι λειψές, ενίοτε δυσλειτουργικές. Η ουσία είναι σαν να κρύβεται στα όσα δεν λέγονται ενώ από ένα σημείο και πέρα έχει την εντύπωση κανείς ότι κάποιο τρομερό μυστικό κουβαλάει ο καθένας τους, είτε από το παρελθόν είτε από ένα μέλλον που προδιαγράφεται ζοφερό.

      Είπαμε προηγουμένως για την ιδιαίτερη λειτουργία των αντικειμένων. Σε αυτό το βιβλίο τα αντικείμενα αποκτούν σχεδόν μαγικές ιδιότητες. Εφόσον, από τη φύση τους, τα αντικείμενα ζουν περισσότερο από τους ανθρώπους στους οποίους ανήκουν, μπορούν, όπως συμβαίνει στην αρχαιολογία ή στις κάψουλες του χρόνου, να μας μιλούν για τους κατόχους τους. Βέβαια η αφήγηση είναι, και σε αυτή την περίπτωση, αποσπασματική και χρειάζεται να τη συμπληρώνει η φαντασία. Στη σελίδα 59 τροφοδοτεί τη μνήμη, αλλά και τη φαντασία, μια αίθουσα στο σπουδαστήριο της Ιπποκράτους.

      Γενικά εντυπωσιάζει η παρουσία τόσων αντικειμένων στο βιβλίο. Παντού τα απομεινάρια κάποιας ανθρώπινης ζωής περιμένει κάποιον ικανό να διαβάσει το ψυχικό και ψυχολογικό αποτύπωμα των κατόχων τους. Ο νους τρέχει αναπόφευκτα στον Προυστ και, πιο κοντά σε μας, στον Παμούκ, καθώς επίσης στους Έλληνες συγγραφείς που εναπόθεσαν το βάρος της αφήγησης σε ντοκουμέντα, επιστολές, αποκόμματα εφημερίδων, ιατρικές συνταγές κτλ. – στον Βαλτινό π.χ. Τη θέση των ντοκουμέντων επέχουν εδώ τα έπιπλα, οι κούτες, τα χαρτιά, τα φλυτζάνια και οι καφετέριες. Εδώ όμως τα αντικείμενα δεν αποκτούν αυτόνομη ζωή, δεν είμαστε σε κωμωδία του Αριστοφάνη ή σε ταινία του Ντίσνεϋ. Εδώ τα αντικείμενα κουβαλάνε μνήμες, είναι βουβά και περιμένουν από τους ανθρώπους να ενεργοποιήσουν τις μαγικές τους ιδιότητες, Να ξυπνήσουν την κρυμμένη μνήμη.

      Και εδώ ίσως φτάσαμε σε ένα ξέφωτο. Ήμισυ του παντός είναι ένα βιβλίο για την μνήμη. Αν δεν είμαστε παρά οι αναμνήσεις μας, τα αντικείμενα και οι αφηγήσεις που το καθένα του κουβαλάει, γίνονται απαραίτητα για την αυτογνωσία. Η μνημη όμως ανήκει και στους άλλους. Η αναπαράσταση του εγώ περνάει απαραίτητα από τους άλλους γιατί και οι άλλοι κρατάνε, μέσα στις αναμνήσεις τους, κομμάτια του εαυτού μας. Και κάπου εδώ επιστρέφουμε στην αρχή, στο «ήμισυ του παντός», που μάλλον είναι ο κάθε άνθρωπος. Γιατί το άλλο μισό το κρατάνε οι άλλοι, στις μνήμες τους, στον τρόπο που μας βλέπουν και που μας επηρεάζουν, και που επηρεάζουν, τελικά, και τις μνήμες μας. Με άλλα λόγια, χωρίς τους άλλους, μας λέει η Δήμητρα Κολλιάκου, δεν υπάρχουμε παρά μόνο αποσπασματικά, θρυμματισμένα. Και οι μνήμες που κουβαλάνε οι άλλοι για μας συνθέτουν το ψηφιδωτό μιας ετερότητας που προσπαθεί μάταια, ο καθένας μόνος σου, να αποκρυπτογραφήσει.

      Και τώρα δίνω τον λόγο στην Κατερίνα Λούβαρη για να ακούσουμε ένα δεύτερο απόσπασμα από το βιβλίο.

      Σας ευχαριστώ πολύ.

      Maurizio de Rosa, Ομιλία στο Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, 23.04.2016

      Επιστροφή