• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// συνεντεύξεις

    • 05.06.13

      «Η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική»

      (Δημοσιεύθηκε μεταξύ άλλων στην εφημερίδα Εξπρές)

      Η κρίση δεν είναι μόνο ελληνική αλλά ευρωπαϊκή, όχι μόνο οικονομική αλλά και ηθική-πνευματική. Αυτά δηλώνει μεταξύ άλλων σε συνέντευξή της στον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου η Δήμητρα Κολλιάκου, μιλώντας για το πρόσφατο μυθιστόρημά της «Το πρόσωπο του ουρανού» (Εκδόσεις Πατάκη), που αναφέρεται στα προβλήματα τα οποία αρχίζει να αντιμετωπίζει ένα ζευγάρι (ένας ‘Αγγλος και μια Ελληνίδα) στο Λονδίνο με αφορμή τη μετάλλαξη του βρετανικού πανεπιστημίου. Το οικογενειακό πλαίσιο μαζί με την ιστορική εποχή, σημειώνει η Δ. Κολλιάκου, δίνουν στον μυθιστοριογράφο τη δυνατότητα να στήσει χαρακτήρες. Όσο για το χάσμα των γενεών που την έχει απσχολήσει στα περισσότερα βιβλία της, η συγγραφέας, που ζει μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας, λέει πως αποτελεί την έσχατη εξορία για τους ήρωές της.

      Ερ: Σύζυγοι, μανάδες και κόρες, γιοι και πατεράδες, σε μια τροχιά διαρκών αντιθέσεων και συγκρούσεων. Θα λέγατε ότι η πεζογραφία σας έχει ως βασικό κορμό της το «οικογενειακό ρομάντζο» του Φρόιντ;

      Απ: «Νομίζω πως ο όρος έχει πολύ ειδική σημασία στον Φρόιντ, το θέμα μου πάντως δεν είναι η δυσλειτουργική οικογένεια ούτε επιδιώκω καταρχήν να διερευνήσω πώς αναδιαμορφώνονται οι «ρόλοι» μέσα στην οικογένεια τη σημερινή εποχή. Εκ των πραγμάτων, το οικογενειακό πλαίσιο μαζί με το ιστορικό πλαίσιο -η εποχή- δίνουν στον μυθιστοριογράφο τη δυνατότητα να στήσει χαρακτήρες. Οι σχέσεις των ηρώων με τους γονείς τους προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό το παρελθόν τους που αγγίζει και το παρόν τους – το παιδί τους κάποιες στιγμές γίνεται ο καθρέφτης των μεταξύ τους σχέσεων. Πώς αναμετριέται η φύση (αυτό που προϋπάρχει) με την εμπειρία (το τραύμα και τη «στερνή γνώση») είναι κάτι το συναρπαστικό, γιατί το τραύμα δεν μας επηρεάζει όλους το ίδιο κατά τρόπο νομοτελειακό. Τι είναι αυτό που επιτρέπει σ’ έναν (αληθινό ή μυθιστορηματικό) χαρακτήρα να ξεφύγει και να «σωθεί», τι κάνει κάποιον άλλον να παραμείνει δέσμιος του ίδιου του εαυτού; Πάνω απ’ όλα, το μυθιστόρημα είναι οι χαρακτήρες -άνθρωποι που τους έπλασε μια εποχή ή που τους διαμόρφωσαν προσωπικές συγκυρίες-, και η δύναμη του μυθιστορήματος συγκριτικά με άλλα λογοτεχνικά είδη έγκειται ακριβώς σ’ αυτό: επιτρέπει στον αναγνώστη να αποκτήσει μια περίπου αδιανόητη εξοικείωση με πρόσωπα που στην αρχή τού ήταν ξένα και με τα οποία ενδεχομένως ο ίδιος έχει πολύ λίγα κοινά. Σ’ ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, η εξοικείωση είναι τέτοια που η ανθρώπινη μοίρα γίνεται όχι απλώς αναγνωρίσιμη αλλά και βαθιά συγκινητική».

      Ερ: Μια πολύ σοβαρή διάσταση του ακανθώδους οικογενειακού πλέγματος στα μυθιστορήματά σας είναι το αγεφύρωτο χάσμα των γενεών.

      Απ: «Η αδυναμία επικοινωνίας -το αγεφύρωτο χάσμα των γενεών- είναι ένα πρόσθετο εμπόδιο για τους ήρωες, η έσχατη εξορία. Πώς μπορεί να ξεφύγει από τα προσωπικά του όρια (την κρυψώνα του ή τη φυλακή του) κάποιος που δεν συνδιαλέγεται με τους άλλους (τους μεγαλύτερους, τους νεότερους, τους διαφορετικούς); Τι είδους εικόνα της πραγματικότητας μπορεί να χτίσει και πώς συμβιώνουν αυτές οι ατομικές κι αλληλοσυγκρουόμενες «πραγματικότητες»; Σε ποιο βαθμό μπορεί η ατομικότητα να αντισταθεί, να διαμορφώσει μια ταυτότητα που ξεπερνάει την εποχή, το πλαίσιο που την κάνει ν’ ασφυκτιά ή την προστατεύει, ακόμη και την αναδεικνύει; Κι αν αυτό το καταφέρει κατ’ εξαίρεση ένας, πώς φτάνουν άλλοι να τον μιμηθούν μαζικά και να κάνουν ένα βήμα παραπέρα γεφυρώνοντας για μια στιγμή το προηγούμενο χάσμα, που θα ξανανοίξει τώρα κάπου αλλού»;

      Ερ: Το «Πρόσωπο του ουρανού», το πρόσφατο βιβλίο σας, είναι δύο μυθιστορήματα μέσα σε ένα άλλο μυθιστόρημα. Εδώ η αφήγηση για τα οικογενειακά δράματα έρχεται να συναντήσει δύο αρκετά διαφορετικά λογοτεχνικά είδη: το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας και το ιστορικό χρονικό.

      Απ: «Έχουμε εδώ τρεις κεντρικούς χαρακτήρες, τα μέλη μιας μικρής οικογένειας (ελληνίδα μητέρα, βρετανός πατέρας, δεκάχρονος γιος). Υπάρχει μια συστοιχία ανάμεσα στους τρεις τους και στις τρεις διαπλεκόμενες αφηγήσεις που καταλαμβάνουν τρεις χρονικές διαστάσεις: το παρόν (η αφήγηση για τα οικογενειακά δράματα), το παρελθόν (η αποσπασματική μαρτυρία ενός βρετανού στρατιώτη που μαζί με πέντε χιλιάδες χαμηλόβαθμους εγκαταλείφθηκε στην Κρήτη το ’41 και πιάστηκε αιχμάλωτος πολέμου) και το μέλλον (το μυθιστόρημα «επιστημονικής φαντασίας» ή μελλοντολογική δυστοπία που γράφει ο βρετανός πατέρας, θέλοντας ίσως να μιλήσει για το δικό του ζοφερό παρόν και απευθυνόμενος καταρχάς στον γιο του.) Τόσο το χρονικό του Βρετανού στρατιώτη όσο και το συγγραφικό εγχείρημα του πατέρα, ως εμβόλιμα κείμενα μέσα στην κεντρική αφήγηση που καταπιάνεται με την κρίση του ζευγαριού, έχουν κι έναν σχεδόν υπομνηματικό χαρακτήρα επιχειρώντας συνδέσεις τόσο με το «ιστορικό» όσο και με το «δυνητικό».

      Ερ: Υπάρχει στο «Πρόσωπο του ουρανού» μια πολύ λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική κρίση που ζουν οι ήρωες και στην οικονομική κρίση, η οποία κυκλώνει όλο και πιο ασφυκτικά την καθημερινότητά τους. Η μια κρίση τροφοδοτεί την άλλη χωρίς κάτι τέτοιο να γίνεται με μηχανιστικό ή προγραμματικό τρόπο. Πώς ακριβώς δουλέψατε πάνω σ’ αυτό;

      Απ: «Η προσωπική κρίση δεν απορρέει από την οικονομική και ευρύτερη ηθική κρίση, αλλά προϋπάρχει. Και η κάθε μια κρίση γίνεται αντιληπτή με μεγαλύτερη ένταση στο πλαίσιο της άλλης εμποδίζοντας με τον τρόπο της την έξοδο από τον φαύλο κύκλο. Η κρίση δεν είναι το «θέμα» του βιβλίου, ούτε είναι όμως εξωτερικό σκηνικό. Θα έλεγα ότι τα πρόσωπα εδώ διαμορφώνονται από την κρίση κι έχουν διαρκώς μεγάλες ψυχικές διακυμάνσεις και μια αμφιθυμία που κάποτε συγγενεύει με την υπαρξιακή αγωνία. Η αφήγηση είναι κατά ένα μεγάλο μέρος τριτοπρόσωπη, αλλά υποκειμενική: σε ορισμένα αποσπάσματα βλέπουμε την οπτική της γυναίκας, και σε άλλα τη σκοπιά του άντρα, τι προσλαμβάνει ο καθένας τους από την «πραγματικότητα» και πώς αυτό τον επηρεάζει. Η τεχνική αυτή δίνει ένα πλεονέκτημα στον αναγνώστη, που από ένα σημείο και μετά γνωρίζει περισσότερα απ’ ό,τι ο καθένας από τους δυο ενήλικους ήρωες, και μπορεί να συνδυάσει κάποια στοιχεία ή να τα ερμηνεύσει διαφορετικά απ’ ό,τι του τα παρουσίασαν εκείνοι. Το δυστοπικό μυθιστόρημα που γράφει ο άντρας μπορεί να ιδωθεί σε κάποιο επίπεδο ως μια δική του απόπειρα απεικόνισης της κρίσης ενώ τα ημερολογιακά κομμάτια για την εκκένωση του βρετανικού στρατού και τη συνθηκολόγηση της Κρήτης το ‘41 τον ανάγουν σ’ ένα παρελθόν όπου και πάλι εντελώς αυθαίρετα εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους οι μικροί. Από την άλλη, αποσπάσματα από τα ίδια εμβόλιμα κείμενα ερμηνεύονται από άλλους ήρωες κατά διαφορετικό τρόπο, δίνοντας ενίοτε ώθηση στην πλοκή. Υπάρχει «αντίσταση» τόσο από κεντρικούς ήρωες κάποιες στιγμές όσο και από δευτερεύοντες, όπως η ηλικιωμένη Αγγλίδα γειτόνισσα, που αυτοσυστήνεται ως συλλέκτρια νεφών».

      Ερ: Το βιβλίο σας μιλάει για την ελληνική κρίση από μια διεθνή σκοπιά. Η κρίση δεν είναι προϊόν μόνο ενός έθνους, αλλά μιας ολόκληρης εποχής και μιας ολόκληρης ηπείρου: από τη Βρετανία και την Ισπανία μέχρι την Ελλάδα.

      Απ: «Πράγματι, με βρίσκει σύμφωνη η θέση ότι η κρίση δεν είναι μόνο ελληνική αλλά ευρωπαϊκή, όχι μόνο οικονομική αλλά και ηθική-πνευματική, και μια τέτοια σύζευξη υπηρετούν η επιλογή των κεντρικών χαρακτήρων (ένα μεικτό ζευγάρι και το παιδί τους) και των κυρίαρχων τόπων (Βόρεια Αγγλία, Αθήνα, Βαρκελώνη) όπως και ορισμένα στοιχεία της δράσης. Τα τελευταία περιστρέφονται, για παράδειγμα, γύρω από την απόλυση του άγγλου ήρωα, τις περιορισμένες δυνατότητες απασχόλησής του σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, την ευρύτερη κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών και τη μετάλλαξη του βρετανικού ακαδημαϊκού συστήματος μέσα στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου βρετανικού καθεστώτος».

      Ερ: Ένας από τους κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματός σας είναι ένα παιδί. Πώς πλάθει ο συγγραφέας έναν παιδικό χαρακτήρα σ’ ένα μυθιστόρημα ενηλίκων;

      Απ: Στο «Πρόσωπο του ουρανού» σχεδόν δεν έχω δώσει στο παιδί αυτόνομη «φωνή».

      Δηλαδή ενώ μεγάλα τμήματα του βιβλίου έχουν γραφτεί σε τρίτο πρόσωπο, από τη σκοπιά του πατέρα ή από τη σκοπιά της μητέρας (το είδος της τριτοπρόσωπης αφήγησης που μεταφέρει το λεγόμενο «point of view», κι όχι το τρίτο πρόσωπο του «πανόπτη αφηγητή»), σκοπίμως απουσιάζουν αντίστοιχα κομμάτια για το παιδί.

      Πληροφορίες για το παιδί (η μητέρα τον αποκαλεί «Νικόλα» ενώ ο πατέρας χρησιμοποιεί το ξενικό και άκλιτο «Νίκολας») αντλεί ο αναγνώστης από στοιχεία που δίνουν οι γονείς, φιλτραρισμένα μέσα από την οπτική του καθενός τους. Σε λίγα σημεία «ακούμε» το ίδιο το παιδί να μιλάει, επειδή ο ένας από τους δυο γονείς μεταφέρει μια κουβέντα του, είτε χάρη σε κάποιον μικρό διάλογο που έχει ενσωματωθεί στην αφήγηση – πάντα αποσπασματικά, πάντα φωτίζοντας αυτό που έχει συγκρατήσει η «ματιά» του ενήλικα. Ο αναγνώστης καλείται να «συμπληρώσει» τον παιδικό χαρακτήρα χρησιμοποιώντας αυτά τα στοιχεία, αλλά και τα συμπεράσματα που έχει βγάλει ο ίδιος για τους ενήλικες. Και βέβαια, ενώ το παιδί δεν πολυμιλάει, κάποιες στιγμές δρα και τα γεγονότα περνάνε στον αναγνώστη ανεξάρτητα από το ποιος τα μεταφέρει. Ένα πρόσθετο στοιχείο με πιο έμμεσο ρόλο στη σύνθεση είναι ότι το παιδί γίνεται ο πιο φανατικός αναγνώστης της δυστοπίας που γράφει ο πατέρας του, με ήρωες δυο νεαρά αγόρια που εμπλέκονται ως θύτες και μαζί θύματα σε κάποιες μυστικές αποστολές».

      Ερ: Ζείτε ανάμεσα στη Γαλλία και την Ελλάδα. Σημαίνει αυτό μια μεταιχμιακή συνείδηση κι αν ναι, πώς σας επηρεάζει ως συγγραφέα;

      Απ: «Είναι στιγμές που νιώθω διπλά εξόριστη (ξένη εκεί, ξένη κι εδώ) κι έχω ζήσει έτσι ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, αλλάζοντας τους τόπους όχι όμως τα κοντινά μου πρόσωπα. Δεν ξέρω κατά πόσον έχω κατακτήσει μια μεταιχμιακή συνείδηση, πάντως η απόσταση και μια δυσκολία προσαρμογής (τόσο εκεί όσο και εδώ), μαζί και η διάθεση για ενατένιση που αυτά συνεπάγονται, διευκολύνουν μ’ έναν τρόπο τη θέαση των πραγμάτων και παράλληλα με πονάνε, κι ίσως γίνεται ένα ερέθισμα για το γράψιμο και αυτό».

      Ερ: Τι θα είναι το επόμενο βιβλίο σας;

      Απ: «Δεν το ξέρω. Νομίζω ότι το θέμα διαμορφώνεται στην πορεία κατά τη συγγραφή, ακόμη κι όταν έχει κανείς την ψευδαίσθηση πως έχει «βρει» το θέμα.

      Αναφέρομαι στα θεματικά «υποστρώματα» που εύχεται κανείς να πηγαίνουν πολύ βαθιά και που συχνά λίγη σχέση έχουν με την επιφάνεια, την «υπόθεση» ή αυτό που εμφανίζεται σ’ ένα πρώτο επίπεδο να είναι το «θέμα».

      Βαγγέλης Χατζηβασιλείου για το ΑΠΕ

      5.6.2013

      Επιστροφή