• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// συνεντεύξεις

    • 24.04.13

      Τα παράθυρα των Ολλανδών (taal.gr)

      (Δημοσιεύθηκε στο taal.gr)

      To taal.gr εγκαινιάζει μια νέα σειρά άρθρων με συνομιλίες με Έλληνες πεζογράφους, ποιητές και καλλιτέχνες που έχουν κάποια (περισσότερο ή λιγότερο) στενή σχέση με την Ολλανδία ή το Βέλγιο. Η Δήμητρα Κολλιάκου, γλωσσολόγος και βραβευμένη συγγραφέας της νέας γενιάς μυθιστοριογράφων που ζει στο εξωτερικό, μας μίλησε σχετικά.

      Η Δήμητρα Κολλιάκου βρέθηκε στο Groningen, στη βόρεια Ολλανδία, το καλοκαίρι του 1996. Έμεινε εκεί για ενάμιση περίπου χρόνο, όταν μετά τη διδακτορική διατριβή της στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου έλαβε υποτροφία από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Marie Curie για την εκπόνηση μεταδιδακτορικής έρευνας στη γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο του Groningen (Rijksuniversiteit Groningen).

      Στο άκουσμα της λέξης «Ολλανδία» στο νου της έρχονται αυθόρμητα τρεις εικόνες: Κατ’ αρχήν, τα αμέτρητα ποδήλατα που ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης νωρίς το πρωί καθώς οι εργαζόμενοι ποδηλατούν για τη δουλειά και τα παιδιά για το σχολείο. Εκεί απέκτησε και η ίδια τη συνήθεια να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο μέσο στην καθημερινότητά της, να αλλάζει κάθε τόσο το μεταχειρισμένο της ποδήλατο και να απολαμβάνει πολύωρες βόλτες στην γραφική ολλανδική ύπαιθρο. Η δεύτερη εικόνα είναι εκείνη των λουλουδιών, ποικίλων ειδών και χρωμάτων. Λουλούδια που ξεχείλιζαν την αγορά στο κέντρο της πόλης ή κοσμούσαν τους πίνακες του Van Gogh στο ομώνυμο μουσείο στο Amsterdam που επισκέφτηκε αρκετές φορές. Η τρίτη εικόνα είναι τα παράθυρα στα σπίτια των Ολλανδών. Παράθυρα χωρίς κουρτίνες. Παράθυρα με θέα στην εσωτερική ζωή του σπιτιού, στην ιστορία εκείνου που κατοικεί πίσω τους και δεν χρειάζεται να κρυφτεί παρά εκθέτει άφοβα τον εσωτερικό του χώρο. Το θαύμαζε αυτό και πάντα της άρεσε ως περαστική να βλέπει τα μικρά στιγμιότυπα, όπως κάποιον που διαβάζει στο παράθυρο.

      Από την άλλη μεριά, αυτή η συνολικά τόσο όμορφη εικόνα της πόλης, με τους καθαρούς δρόμους της, τα συμπαθητικά καφέ και βιβλιοπωλεία, τα κουκλίστικα σπίτια, τα γραφικά χωριουδάκια στα περίχωρα, έμοιαζε να είναι μόνο η μία όψη της αλήθειας. Της δημιουργούσε την αίσθηση ότι ζει σ’ ένα κουκλοθέατρο, σ’ έναν παραμυθένιο κόσμο, όπου δεν έχει θέση η φτώχεια και η ασχήμια των χαμηλότερων οικονομικο-κοινωνικών στρωμάτων. Κι όμως υπήρχε και η εξαθλίωση αρκεί να την έβλεπες. Όπως τα γνωστά «κόκκινα σπίτια» σ’ ένα στενάκι πολύ κοντά στο Πανεπιστήμιο, δίπλα από τους πολυσύχναστους κεντρικούς δρόμους. Θυμάται πολύ ζωντανά πώς στέκονταν οι κοπέλες – Ασιάτισσες οι περισσότερες εκείνη την εποχή – στις προθήκες περιμένοντας τον πελάτη, κάποιες με μια θλίψη στο βλέμμα τους, άλλες με μια έκφραση απογειωμένη, πιθανότατα από τη χρήση ουσιών.

      Εκτός από τις διαδρομές με το ποδήλατο, απολάμβανε και τα ταξίδια με το τρένο, κάτι που έτσι κι αλλιώς λατρεύει. Στο τρένο της άρεσε να διαβάζει αλλά και να κοιτάζει από το παράθυρο το απίστευτα επίπεδο τοπίο και την άκρη του ορίζοντα, εκεί που λιβάδια και σύννεφα σχεδόν άγγιζαν το ένα το άλλο. Λιγότερο ευχάριστη ανάμνηση της έχει αφήσει ο μικρός σταθμός του Groningen, που σηματοδοτούσε τον αποχωρισμό από αγαπημένους ανθρώπους.

      Την ολλανδική λογοτεχνία η Δήμητρα Κολλιάκου την γνώρισε μέσα από τον Cees Nooteboom (In de Bergen van Nederland, Het volgende verhaal), τον Harry Mulisch (De ontdekking van de hemel) καθώς και την Anja Meulenbelt (De schaamte voorbij). Επηρεασμένη από την εικόνα της ρηξικέλευθης λεσβίας φεμινίστριας της δεκαετίας του ’70 που σκιαγραφεί η Meulenbelt, η Δήμητρα απογοητεύτηκε όταν συνειδητοποίησε ότι μια μέση Ολλανδή γυναίκα δεν απέχει πολύ από το παραδοσιακό μοντέλο της γυναίκας που επιθυμεί κι επιδιώκει την ολοκλήρωση μέσα από το γάμο και τα παιδιά, την απόκτηση σπιτικού και μιας δουλίτσας που θα διευκολύνει την ενασχόληση με την ανατροφή των παιδιών.

      Κατά την περίοδο της διαμονής της στο Groningen παρακολούθησε αρκετά από τα ποικίλα καλλιτεχνικά δρώμενα που φιλοξενεί η πόλη. Θυμάται με ιδιαίτερη αγάπη τις διάφορες συναυλίες κλασσικής μουσικής που είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί όχι μόνο στις αίθουσες αλλά και στην κεντρική εκκλησία της πόλης, Martinikerk. Από τις πιο ιδιαίτερες εμπειρίες της ήταν μια συναυλία του μετέπειτα διάσημου τσελίστα Pieter Wispelwey, ο οποίος – όπως λέει η ίδια χαρακτηριστικά – συνόδευε το τσέλο με την ίδια του την ανάσα, που ακουγόταν καθαρά στη μικρή αίθουσα μουσικής δωματίου, δημιουργώντας μια παράξενη συγκίνηση στο κοινό.

      Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, διατηρεί μια έντονη ανάμνηση από την ολλανδική γλώσσα, παρόλο που δεν την ανακαλεί πια ενεργά ως μια από τις γλώσσες που μιλάει. Λέει μάλιστα πως είναι σαν να υπάρχει βαθιά μέσα της και αν μπορούσε να σκάψει κανείς με μια αρχαιολογική σκαπάνη κάποια ευρήματα θα έφερνε στην επιφάνεια. Ο βαρύς και χαρακτηριστικός ήχος του “g” της άρεσε, και την εντυπωσίαζε η δύσκολη και ταυτόχρονα απαραίτητη χρήση των μικρών μορίων στη γλώσσα• μια μικρή παράλειψη ή λάθος στη συντακτική τους θέση αλλάζει όλο το νόημα της πρότασης. Θυμάται πολύ καθαρά την νεαρή καθηγήτρια Ολλανδικών που μπαίνοντας στο πρώτο μάθημα στην τάξη τούς συστήθηκε κάνοντας ένα λογοπαίγνιο με το όνομά της (Joke, που αν το προφέρει κανείς αγγλιστί ακούγεται ως αστείο – “joke”).

      Την εποχή εκείνη, η Δήμητρα Κολλιάκου έγραφε το πρώτο της βιβλίο (To Μαγείο) και διένυε μια περίοδο εσωτερικής αναζήτησης. Συνήθως έγραφε στο σπίτι, ωστόσο θυμάται φορές που τα μικρά συμπαθητικά καφέ γύρω από το Πανεπιστήμιο προσφέρονταν για να καταγράψει σκέψεις στο σημειωματάριό της. Με νοσταλγία αναφέρεται στις ώρες που περνούσε στην Πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη και μάλιστα στο τμήμα Νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπου προς μεγάλη της έκπληξη και συγκίνηση ανακάλυψε μεγάλη ποικιλία έργων. Μία από τις πρώτες της επαφές με Ολλανδούς ήταν στο βιβλιοπωλείο Athena’s boekhandel, μια μικρή όαση καλών βιβλίων και δυσεύρετων εκδόσεων, όταν η βιβλιοπώλης– μια συμπαθής γυναίκα με κινητική δυσκολία – της έπιασε κουβέντα και της πρότεινε να διαβάσει το Boyhood του Νοτιοαφρικανού J.M. Coetzee.

      Οι επαφές της με τους ντόπιους διαμορφώθηκαν κυρίως στο εργασιακό πλαίσιο, χωρίς όμως ιδιαίτερη εμβάθυνση. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι όταν είχαν μεσημεριανό διάλειμμα, οι σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα άντρες Ολλανδοί συνάδελφοί της (εργαζόταν στο τμήμα artificial intelligence του Πανεπιστημίου, παρ’ ότι γλωσσολόγος η ίδια) μιλούσαν συνήθως για ποδόσφαιρο και δη στα Ολλανδικά αποκλείοντας τη συμμετοχή της, ενώ άλλοτε δεν τους ακολουθούσε η ίδια μιας και η απαράβατη -σχεδόν τελετουργική- συνήθεια των Ολλανδών να τρώνε στις 12:00 ακριβώς απείχε πολύ από τις δικές της συνήθειες. Την εντυπωσίαζε και την ξένιζε ταυτόχρονα η ψυχραιμία – σχεδόν ψυχρότητα – με την οποία οι Ολλανδοί αντιμετώπιζαν τα απρόοπτα και δυσάρεστα συμβάντα της ζωής, όπως για παράδειγμα μια σοβαρή περιπέτεια υγείας μιας εγκύου συναδέλφου.

      Η ίδια πέρα από την ομαλή ένταξή της σε μια ευχάριστη καθημερινότητα, βίωνε το στοιχείο του «ξένου» και πώς αυτό συνδιαμόρφωνε την ταυτότητά της. Όντας δύο φορές «ξένη» (καθώς είχε ήδη φύγει από την Ελλάδα και προηγουμένως είχε ζήσει για 5 χρόνια στην Μ. Βρετανία), στην Ολλανδία ένιωθε την διττή διεργασία: του ξένου ως μη ενταγμένου στην κοινωνικο-πολιτισμική πραγματικότητα, και του ξένου ως βαθύτερο υπαρξιακό ερώτημα για το πού τελικά ανήκει. Το βίωμα αυτό θεωρεί ότι είναι και μία από τις σημαντικότερες επιδράσεις που η διαμονή της στην Ολλανδία είχε στο έργο της. Οι ήρωες της Δήμητρας Κολλιάκου σε όλα της τα βιβλία (Το Μαγείo1999, Θερμοκρασία Δωματίου 2006, Η αρρώστια των βουνών 2009, Το πρόσωπο του ουρανού2013) έχουν ένα κοινό στοιχείο, αυτό του κατοίκου του εξωτερικού ή του ανθρώπου που αναζητά την ταυτότητά του ευρισκόμενος ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, κοινωνικο-πολιτισμικούς ή ψυχικούς.

      Έχοντας ζήσει για πολλά χρόνια στο Newcastle κι έχοντας εργαστεί στο ομώνυμο Πανεπιστήμιο, με ενδιάμεσες μικρότερες περιόδους παραμονής στο Ισραήλ, στο Λονδίνο και στο Βερολίνο, ζει πλέον με την οικογένειά της στο Παρίσι όπου κυρίως γράφει και απασχολείται με κάποια διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο Paris Diderot (Paris 7). Συντηρεί ζωντανή μέσα της την ανάμνηση της Ολλανδίας αλλά μάλλον δεν θα επέστρεφε να ζήσει ξανά εκεί, καθώς από τη μια η συντηρητική και ξενοφοβική στροφή της ολλανδικής κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας την απωθούν κι από την άλλη της ταιριάζει περισσότερο η ζωή στις μεγαλουπόλεις εκείνες που βρίθουν αντιθέσεων, πολύ πιο έντονων από τα ήπια αστικά κέντρα του Άμστερνταμ και του Ρόττερνταμ.

      Ηλέκτρα Αναγνωστοπούλου, 24.04.2013

      Φωτογραφία: Στέλλα Πεκιαρίδη

      Επιστροφή