• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// συνεντεύξεις

    • 02.03.07

      “Θα ήθελα κάθε φορά ν’ αποτυχαίνω λιγότερο”

      (Δημοσιεύθηκε στο ένθετο “Βιβλιοθήκη” της Ελευθεροτυπίας)

      Μεταξύ σοβαρού και αστείου, η Δήμητρα Κολλιάκου μου έλεγε ότι προσπαθεί ώστε η μεγαλύτερη κόρη της (η πεντάχρονη Ντίνα) να γίνει μια ευτυχισμένη τρίγλωσση: ελληνικά, εβραϊκά (λόγω του Ισραηλινού πατέρα), αγγλικά (λόγω τόπου διαμονής). Αυτή ακριβώς η γλωσσική τριφωνία (με δύο δεσπόζουσες ιστορικά γλώσσες) αποτελούν πιστεύω και τη λυδία λίθο των βιβλίων της. Εξού και οι ηρωίδες της ταξιδεύουν, ξενιτεύονται, ξεριζώνονται στο τρίγωνο Αθήνα – Ιερουσαλήμ – Λονδίνο – σε πλήρη αντίθεση με τον αβασάνιστο, ενίοτε και ξιπασμένο κοσμοπολιτισμό αρκετών νεότερων ευπώλητων μυθιστορημάτων μας, που απλώς κάνουν γκελ μ’ ένα δημοσιογραφικό τουρισμό-, μια περιπλάνηση που στοχεύει στη φύτρα, στην εστία, στη μνήμη τού εκτός συνόρων αυτοπροσδιορισμού.

      Εν προκειμένω στο Θερμοκρασία δωματίου (“Πατάκης”) έχουμε γραφή της ενηλικίωσης που έλκεται από σωσίες του εαυτού και από καθρέφτισμα σε τόπους περπατημένους και ιστορίες βιωμένες. Το τραύμα της εξορίας η ηρωίδα της Κολλιάκου το θεραπεύει με ενδοσκόπηση σε περιοχές ανεκπλήρωτου ερωτισμού και λησμονημένου πόνου. Κατά βάθος λοιπόν, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα κοσμογυρισμένο που νοσταλγεί το κουκούλι του, το δωμάτιό του.

      Απ’ ό,τι φαίνεται, η γραφή της ενηλικίωσης καλά κρατεί. Επτά χρόνια μετά το Μαγείο ο αφηγηματικός σου κόσμος και πάλι παραπαίει ανάμεσα σ’ έναν κόσμο ανυπέρβλητων αποφάσεων, και σ’ ένα κόσμο ηδονικών δισταγμών. Θα μπορούσαμε να εικάσουμε ότι θα υπάρχει και συνέχεια στη δυναμική μιας άτυπης βιογραφικής τριλογίας;

      Μια τέτοια συνέχεια θα είχε ενδιαφέρον αν πρόκειται για τριλογία αφιερωμένη, όχι μόνο στη “γραφή της ενηλικίωσης”, αλλά και στην ενηλικίωση της δικής μου γραφής, που το εύχομαι. Η προοπτική να αποδειχθώ από τους συγγραφείς που γράφουν κάθε φορά, με άλλο τρόπο, το ίδιο βιβλίο δεν με φοβίζει – πολλοί απ’ τους συγγραφείς που θαυμάζω υπάγονται δεδηλωμένα σ’ αυτή την κατηγορία-, αλλά θα ήθελα να το κάνω “αποτυχαίνοντας κάθε φορά λιγότερο”. Σ’ αυτό το στάδιο, η απομάκρυνση απ’ το πρωτογενές βιωματικό υλικό είναι αναμενόμενη, όσο κι αν οι θεματικές εμμονές κατά βάθος διατηρούνται. Δεν πρέπει όμως να χαθεί μαζί και η προσωπική φωνή, που ακόμη κι όταν δεν κάνει άτυπη αυτοβιογραφία, για να είναι καλό ένα βιβλίο, οφείλει να μείνει πιστή στον εαυτό της.

      Τελικά με το Ισραήλ έχεις μια προβληματική σχέση; Είτε παραμυθητική (Μαγείο) είτε δυσπροσαρμοστικότητας (Θερμοκρασία δωματίου);

      Μάλλον με την Ελλάδα έχω μια τέτοια διπολική σχέση -λείπω εδώ και δεκαπέντε χρόνια-, κι αυτό αντανακλάται στη μυθιστορηματική επιλογή του Ισραήλ στη Θερμοκρασία Δωματίου. (Στο Μαγείο η αναφορά ήταν έμμεση.) Η ηρωίδα “παίρνει τα μάτια της και φεύγει” για το εξωτικό/ξένο τόπο (Ιερουσαλήμ), με την ελπίδα ότι εκεί θα γυρίσει σελίδα και θ’ αλλάξει ζωή. Η Ιερουσαλήμ γίνεται όμως ο τόπος της διάψευσης – το εξωτερικό σκηνικό δεν εξουδετερώνει τόσο εύκολα το εσωτερικό -, όπου η θερμοκρασία και η γεύση του κόσμου παραμένουν αμετάβλητες. Μη σωτήριος τόπος είναι και το Λονδίνο – εκεί καταλήγει η περιπέτεια-, ένα Λονδίνο στα πρόθυρα των τρομοκρατικών ενεργειών, και μεταφορικά όχι “ασφαλέστερο” για την πρωταγωνίστρια από την Ιερουσαλήμ.

      Ο θάνατος και η ξενιτιά, αλλά και η διαπλοκή τους, βαραίνουν αποφασιστικά τη μοίρα των γυναικαίων χαρακτήρων σου, ενώ η ενοχική λαγνεία τους και η υπερτροφική νοσταλγία τους είναι τα αντίβαρά τους. Ωστόσο, έχω την αίσθηση και από τα δύο βιβλία σου ότι σ’ αυτήν την υποσυνείδητη μάχη δεν υπάρχει νικητής και ηττημένος. Προσώρας τουλάχιστον. Ειδικά στο τελευταίο μυθιστόρημά σου, αυτή η γεύση ματαιότητας είναι πολύ έντονη, σχετικά με την ασταθή διαδρομή της πρωταγωνίστριας.

      Δεν υπάρχει νικητής και ηττημένος γιατί η ζωή (όπως τη βιώνουν τουλάχιστον οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες) είναι πολυπλοκότερη από τη μυθιστορηματική πεπατημένη και υπερβαίνει τις κλασικές συζεύξεις έρως-θάνατος/νόστος-ξενιτιά. Η “γεύση ματαιότητας”, η δυσκολία και η αστάθεια των διαδρομών της εποχής γίνονται αντιληπτές και καταγράφονται από την αφηγήτρια της Θερμοκρασίας Δωματίου, επειδή η επιθυμία και η ευαισθησία (λαγνεία και νόστος παραμένουν ζωντανές – δεν έχουν μετατραπεί σε βόλεμα και αδιαφορία. Απ’ αυτή την άποψη, το βιβλίο είναι και αισιόδοξο και απαισιόδοξο (ως γνωστόν, απαισιόδοξος είναι ο ενημερωμένος αισιόδοξος), γιατί ενώ οι ήρωες δεν ησυχάζουν, ούτε και παραιτούνται: δεν χάνουν, πάνω απ’ όλα, την περιέργειά τους.

      Τη γραφή σου θα τη χαρακτήριζα με μια λέξη: υπνωτιστική. Η φοβική, ανασφαλής και συχνά υποχόνδρια ηρωίδα σου έχω την αίσθηση ότι προσπαθεί να ξορκίσει τα άγχη και τις εκκρεμότητές της μέσα από μια αδιαφοροποίητη θερμοκρασία φωνής, να εγκολπώσει σ’ ένα γλωσσικό κουκούλι ό,τι την πανικοβάλλει και την πληγώνει.

      Η φωνή της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας είναι ουδέτερη – διατηρείται σε μια ελεγχόμενη θερμοκρασία δωματίου-, γιατί δεν απευθύνεται πραγματικά στον εξωτερικό περίγυρο (τον σύντροφο, την ψυχοθεραπεύτρια, τη μεγαλύτερη υποψιασμένη γυναίκα, τη νεότερη αθωότερη φίλη κ.λπ.), αποζητώντας (και επιτυγχάνοντας) επικοινωνία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάθαρση. Σ’ όλη την έκταση του βιβλίου παρακολουθούμε κάτι σαν εσωτερικό μονόλογο που επανέρχεται νευρωτικά στα ίδια σημεία (εμμονές, φοβίες, αδιάκοπη ανάλυση των όσων συμβαίνουν – πράγματα καθημερινά και συχνά ευτελή), καταγράφοντας έτσι έναν ηθελημένο εγκλεισμό – αιτία, μαζί και αποτέλεσμα, της αλλοτρίωσης των ηρώων. Ακολουθώντας από κοντά αυτή τη θεματική, η φωνή δεν αποκτά ποτέ φυσιολογικές διακυμάνσεις, παραμένει εσωστρεφής, κουκουλώνοντας έτσι το ανείπωτο προσωπικό ή και γενικευμένο πάθος.

      Το γεγονός ότι ζεις εκτός Ελλάδος θεωρείς ότι σε φέρνει σε μειονεκτική θέση, σε επίπεδο πρόσβασης, με την εκδοτική και δημοσιογραφική πραγματικότητα, σε σχέση με τους συγγραφείς που ζουν και γράφουν εδώ;

      Θα μπορούσενα το δει κανείς και ως πλεονέκτημα. Παρακολουθώ την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή και κριτική χάρη στο Διαδίκτυο και στα ελληνικά βιβλιοπωλεία με διαδικτυακή παρουσία. Έχω επίσης άμεση πρόσβαση στην αγγλόφωνη παραγωγή (πολλά ενδιαφέροντα βιβλία δεν μεταφράζονται στα ελληνικά). Αρκετοί συγγραφίες -καταξιωμένοι αλλά νεότεροι που έτυχαν πολύ καλής υποδοχής- ζουν στο εξωτερικό και γράφουν (και) στα ελληνικά: η Γιαννακάκη, η Δημητρακάκη, ο Καρνέζης, ο Τριβιζάς, για να περιοριστώ σε κάποιους ανθρώπους εγκατεστημένους στη Βρετανία. Άρα το ότι ζω αλλού δεν μπορώ και δεν θα έπρεπε να το χρησιμοποιήσω ως επαρκή δικαιολογία για τις όποιες δυσκολίες ενδέχεται να αντιμετωπίσω εδώ.

      Έχεις μπει ποτέ στον πειρασμό να γράψεις κατευθείαν στα αγγλικά, ώστε να ανοιχτείς σε μια μεγάλη γλώσσα, σε μια συντριπτικά μεγάλη εκδοτική περιπέτεια;

      Τα αγγλικά είναι μια γλώσσα που τη μιλάμε στο σπίτι και η γλώσσα στην οποία έχω γράψει και δημοσιεύσει γλωσσολογικά άρθρα και μία μονογραφία, μέχρι στιγμής όμως όχι η γλώσσα της “δημιουργικής γραφής”. Στα τελευταία στάδια επεξεργασίας της Θερμοκρασίας Δωματίου δούλεψα λίγο στη μετάφραση κάποιων αποσπασμάτων, που ήταν βοηθητικό: η αγγλική εκδοχή μού έδωσε μια υγιή απόσταση απ’ το ελληνικό πρωτότυπο και μου επέτρεψε να κάνω επεμβάσεις. Δεν μου είναι πάντα εύκολο να γράψω στα ελληνικά, η λέξη που ψάχνω τυχαίνει να έρθει πρώτα στ’ αγγλικά – δουλεύω με λεξικά. Γράφοντας όμως στα ελληνικά, κρατάω τη μητρική μου γλώσσα – λόγω του ότι ζω αλλού, τη νιώθω να απειλείται-, μου φαίνεται επίσης ότι περνάω καλύτερα στο κείμενο κάτι απ’ αυτό που είμαι.

      Μισέλ Φάις (www.fais.gr)

      2.3.2007

      Επιστροφή