• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// συνεντεύξεις

    • 01.04.07

      Συνέντευξη στο περιοδικό Διαβάζω

      (Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Διαβάζω)

      Με το νέο της βιβλίο Θερμοκρασία δωματίου η Δήμητρα Κολλιάκου, μέσα απ’ το μυαλό της ηρωίδας της, επιχειρεί να χαρτογραφήσει τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων, τη γενιά της ματαίωσης: γεμάτοι γνώσεις, εμπειρίες και ταξίδια, αλλά ταυτόχρονα τόσο μόνοι, ανασφαλείς και νευρωτικοί. Το νέο της βιβλίο Θερμοκρασία δωματίου έρχεται ως συνέχεια του προηγούμενου Το μαγείο να συμπληρώσει την ιστορία μιας ζωής διαταραγμένης, υποκείμενης σε εσωτερικές και εξωτερικές “αναταράξεις”.

      Πού παραπέμπει ο τίτλος του βιβλίου; Για ποια θερμοκρασία μιλάμε και για ποιο δωμάτιο; Το ημιυπόγειο της ψυχαναλύτριας συμβολίζει το υποσυνείδητο και τα έγκατα της ψυχής ή η επιλογή σημαίνει κάτι άλλο;

      Ο τίτλος ταιριάζει, νομίζω, με τη φωνή του βιβλίου (τη φωνή της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας) που είναι κάπως ψυχρή κι αποστασιοποιημένη, παρά το ότι μιλάει για προσωπικά πάθη. Το δωμάτιο παραπέμπει στον εγκλεισμό, εθελοντικό εγκλεισμό ως ένα σημείο, ή μάλλον για λόγους που δεν μπορεί να ελέγξει η πρωταγωνίστρια. Δωμάτιο που δεν επιτρέπει θερμοκρασιακές διακυμάνσεις, γιατί η αφηγήτρια εμφανίζεται να πάσχει από μια δυσκολία επικοινωνίας – τη βλέπουμε σε διάφορα επίπεδα: στη σχέση με τον πατέρα, με τον ξάδερφο που τηνενδιαφέρει ερωτικά, αργότερα με το σύντροφό της, και βέβαια με την ψυχοθεραπεύτρια. Η επιλογή της ζωής στον ξένο τόπο οφείλεται σ’ αυτό (φεύγει απ’ αυτό που δεν μπορεί να διαχειριστεί), αλλά και το επιτείνει. Ακόμη και τ’ όνομά της δεν το μαθαίνουμε ποτέ, με τη δικαιολογία ότι οι διάφοροι ξένοι δεν το προφέρουν σωστά! Το γραφείο της ψυχοθεραπεύτριας είναι ημιυπόγειο από μια διάθεση σκωπτική (παραλληλισμός με τα έγκατα της ψυχής), αλλά και για να επιτραπεί μια ακόμα σύγκριση. Δίπλα στο γραφείο βρίσκεται το καταφύγιο: “Σ’ αυτή τη χώρα, τα σπίτια έχουν καταφύγια”, μαθαίνουμε τηστιγμή που η ηρωίδα περνάει μπροστά από τη σφραγισμένη πόρτα, κάνοντας μάλιστα τη νοσηρή σκέψη πως ίσως εκεί την οδηγεί η (άγνωστη ακόμη) ψυχοθεραπεύτρια, κι αυτή είναι η πρώτη πληροφορία που έχει ο αναγνώστης για τη χώρα στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία). “Τι είδους καταφύγιο είναι η ψυχοθεραπεία;” μπαίνει έμμεσα το ερώτημα. Είναι μόνο προσωρινή λύση;

      Μου έκανε φοβερή εντύπωση το γεγονός ότι και στα δύο σου βιβλία οι ηρωίδες μοιάζει σαν να έχουν ζήσει παράλληλες ζωές. Ήταν συνειδητή επιλογή στο τωρινό βιβλίο να επαναλαμβάνονται θέματα που διαβάσαμε παλιότερα στο Μαγείο (θάνατος μητέρας και θείας από καρκίνο, κοπέλα φοιτήτρια στη Βρετανία, Ισραήλ κ.ο.κ.); Αποτελεί αυτό δείγμα “συγγραφικής εμμονής” ή μέσω της γραφής ο ίδιος ο δημιουργός αποτινάσσει από πάνω του δικά του φαντάσματα;

      Θέλω να πιστεύω ότι τα πάντα στο βιβλίο ήταν συνειδητές επιλογές. Το Μαγείο αφηγείται την ιστορία μιας παρατεταμένης ενηλικίωσης (με αίσιο τέλος: ακαδημαϊκή επιτυχία κι ευτυχισμένη προσωπική ζωή για τη φοιτήτρια). Η Θερμοκρασία δωματίου είναι, αντιθέτως, μια ιστορία παρατεταμένης ματαίωσης. Στο τέλος, η ψιλοχαμένη, εδώ, φοιτήτριαα θα καταλήξει σε επιλογές και αποφάσεις όχι πολύ διαφορετικές απ’ αυτές που είδαμε στην αρχή. Ο θάνατος της μητέρας στο πρώτο βιβλίο συμβάλλει στην αυτονόμηση της ηρωίδας. Στο δεύτερο απλώς τον πληροφορούμαστε για να δικαιολογηθεί η υποχονδριακή συμπεριφορά της αφηγήτριας (που την οδηγεί τελικά στο γραφείο του γενετιστή). Στο Μαγείο, στην έρημο της Ιουδαίας ταξιδεύει κάποιος δευτερεύων χαρακτήρας (με τρόπο μαγικά ρεαλιστικό). Στη Θερμοκρασία φωματίου, το Ισραήλ (η Ιερουσαλήμ) είναι ένας ολόκληρος κόσμος: όχι απλό σκηνικό αλλά και χαρακτήρες, σημείο αφετηρίας για αρκετά από τα βασικά θέματα. Συγγραφικές εμμονές και προσωπικά φαντάσματα δεν είναι ασυμβίβαστα πράγματα: μπορεί να γράψει κανείς πολλές διαφορετικές παραλλαγές της ίδιας βασικής ιστορίας.

      Βλέπουμε μια ηρωίδα, μόνη τόσο σε μια ξένη χώρα (το Ισραήλ) όσο και μεσ’ στη σχέση της, συνεχώς “με την απόχη στο χέρι”, κυνηγώντας άραγε πιο πολύ το μέλλον της ή όντας κυνηγημένη απ’ το παρελθόν της;

      Τη φυγή στον ξένο τόπο δικαιολογεί το παρελθόν της (χαμός μητέρας, ερωτική ματαίωση κ.λπ.), η δυσκολία επικοινωνίας για την οποία μίλησα προηγουμένως και το ότι δεν ξέρει πώς να διαθέσει τον εαυτό της (λόγω της γενικότερης σύγχυσης της εποχής και για πιο ειδικούς λόγους). Το μυθιστόρημα ξεκινάει από ένα σημείο προσωπικής κρίσης (η ηρωίδα καταφεύγει στην ψυχοθεραπεύτρια) και στη συνέχεια μαθαίνουμε τι της έχει συμβεί και τι αναζητά. Η διαδρομή γίνεται αφορμή να δούμε αναλυτικά τη σχέση του ζευγαριού, την οικογένια (στην Ελλάδα και στο Ισραήλ), τις δυσκολίες ύπαρξης (και συνύπαρξης) σ’ ένα μοντέρνο κόσμο έπαρσης και γνώσης, που τίποτα δε διαρκεί πολύ, τίποτα δε φαίνεται να είναι αναντικατάστατο.

      Μια νέα, έξυπνη και ευαίσθητη γυναίκα, όπως η ηρωίδα, αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με διάχυτη καχυποψία. Τελικά πόσο μπορεί ν’ αποφύγει κανείς αυτές τις ανεξέλεγκτες εσωτερικές διαδρομές των “μικρών σκέψεων” που μας περιβάλλουν τα πάντα; Είναι χαρακτηριστικό άραγε ανασφαλούς ανθρώπου ή περισσότερο δείγμα μιας εποχής όπου όλα είναι ρευστά, χωρίς βεβαιότητες;

      Η ηρωίδα απεικονίζεται ως ανασφαλής και νευρωτική. Δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση – οι δυσκολίες και απαιτήσεις της εποχής επηρεάζουν την προσωπικότητά μας. Την παρακολουθούμε σ’ αυτές τις ανεξέλεγκτες σκέψεις: πρόκειται γαι στοιχείο της αφήγησης που φωτίζει το χαρακτήρα. Επειδή η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, δεν μπορούμε να δούμε το χαρακτήρα απ’ έξω (αντικειμενικά), αλλά μόξνο μέσα απ’ αυτά που σκέφτεται, λέει ή ισχυρίζεται ότι κάνει (κάποιες φορές μας τα μπερδεύει). Ορισμένες στιγμές (όχι στο γραφείο της ψυχοθεραπεύτριας, αλλά στο λεωφορείο ή πίνοντας καφέ), μέσα απ’ ατυή τη διαδικασία των συνειρμών και των ευτελών σκέψεων κάνει κάποιες συνδέσεις που παίζουν κρίσιμο ρόλο στην εξέλιξη της δράσης.  Η πλοκή έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με την εσωτερική ζωή της ηρωίδας (φοβίες, νευρώσεις) και λιγότερο με εξωτερικά, αυθαίρετα συμβάντα. Με ενδιέφερε να δουλέψω το χαρακτήρα. Με καθοδήγησε η ρήση του Ηράκλειτου (βέβαια, λέγεται πολύ αυτό για το μυθιστόρημα): ο χαρακτήρας είναι το πεπρωμένο. Ο χαρακτήρας δείχνει σ’ ένα συγγραφέα ποια μπορεί να είναι η πλοκή – δύσκολα μπορεί να συλλάβει κανείς πρώτα την πλοκή και μετά να “κολλήσει” με πειστικό τρόπο τα πρόσωπα.

      Στο βιβλίο αποτυπώνεται έκδηλα η αντίθεση μεταξύ της ασφάλειας που προσφέρει η επιστήμη (γενετική, ψυχανάλυση) και της ανασφάλειας που έχει κανείς στην καθημερινή ζωή (συνεχής φόβος του λεωφορείου στο Ισραήλ κ.ά.). Η ανώνυμη ηρωίδα φαίνεται τόσο ανασφαλής μεσ’ στην ασφάλειά της.

      Στο βιβλίο, ούτε η γενετική ούτε η ψυχοθεραπεία (δε γίενται σαφής λόγος για ψυχανάλυση) προσφέρουν ασφάλεια. Η ηρωίδα μέσω αυτών επιχειρεί να κατευνάσει τα άγχη της, αλλά χωρίς επιτυχία. Η επιστήμη δεν είναι παντοδύναμη: μέχρι ενός σημείου μπορεί να βοηθήσει, κι αυτό το σημείο δεν βρίσκεται και τόσο βαθιά. Ένα ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: γιατί σ’ έναν κόσμο που ξέρουμε τόσα πολλά μας ικανοποιούν τόσο λίγα;

      Γράφοντας ένα καθαρόαιμο εγκεφαλικό μυθιστόρημα σε καιρό που η σφιχτοδεμένη πλοκή αποτελεί σημείο αναφοράς για την πλειονότητα του αναγνωστικού κοινού, σε φοβίζει η πιθανότητα να θεωρηθεί από το μέσο αναγνώστη φλύαρη σήμερα μια τόσο ιδιαίτερη, ευρωπαϊκή, “εσωτερικής θερμοκρασίας” θα έλεγα, γραφή;

      Το θέμα της υποδοχής του βιβλίου είναι κάτι που δεν μπορώ να ελέγξω.

      Θέλω να πω, δεν ξέρω ποιος είναι ο μέσος αναγνώστης, κι αν δεν πρόκειται για ιδεατό κατασκεύασμα. Αν μιλάμε  για το κοινό που θ’ αγοράσει ένα βιβλίο απ’ το αεροδρόμιο, τότε σίγουρα δεν θα είναι το δικό μου (δεν το έχουν, το έλεγξα). Υπάρχει κι εδώ πλοκή, “ήσυχη” μεν, αλλά σφιχτοδεμένη (θα έλεγα ότι φλύαρο είναι ένα βιβλίο με παραφορτωμένη πλοκή). Γίνεται χρήση της προοικονομίας (με σταδιακή παροχή κομματιαστής πληροφορίας και υπαινικτικότητα) κι η δομή έχει μια κυκλικότητα (η αφήγηση δεν ακολουθεί πάντα χρονολογική σειρά)  - στοιχεία που ερεθίζουν τον αναγνώστη να διαβάσει παραπάνω και, μ’ άλλα λόγια, δημιουργούν σασπένς. Το κείμενο ελαφραίνει με τη χρήση καθαρά προφορικού λόγου – η αφηγήτρια μιλάει, δεν γράφει. Πέρα όμως από την αφηγηματική τεχνική, υπάρχει και η έννοια της δημιουργικής ανάγνωσης. Έστω κι αν θεωρείται από ορισμένους εξεζητημένος όρος, δεν είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που έχουμε υπόψη μας όλοι όσοι αγαπάμε τη λογοτεχνία: τα βιβλία έχουν ενέργεια, απαιτούν τη συμμετοχή μας, δίνουν αλλά και παίρνουν, είναι σύντροφοι, όχι χαπάκια.

      Ζώντας τα τελευταία χρόνια μόνιμα στο εξωτερικό, φαντάζομαι πως θα επιθυμείς να μεταφραστείς σε άλλες γλώσσες. Είναι κάτι που το κυνηγάς ή το έχεις αφήσει στην τύχη του;

      Το θέμα της μετάφρασης δεν το έχω ψάξει (και κακώς). Εκείνο που με τραβάει ως σκέψη είναι να δω τη μετάφραση (από ελληνικά σε αγγλικά) ως ένα στάδιο γραφής, και τελικά να δοκιμάσω να γράψω (και) στα αγγλικά.

      Παρακολουθείς τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία; Αν ναι, έχεις ξεχωρίσει κάτι στα τελευταία σου διαβάσματα;

      Διάβασα πρόσφατα τα διηγήματα του Κώστα Καβανόζη και του Ηλία Παπαμόσχου. Η γραφή τους έχει μια καθαρότητα που δεν απαντάται πολύ συχνά στο σύγχρονο νεοελληνικό λογοτεχνικό τοπίο.

      Σε ευχαριστώ πολύ…

      Νικόλ Λαφαζάνη

      Απρίλιος 2007

       

      Επιστροφή