• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// συνεντεύξεις

    • 13.05.13

      Το γράψιμο σε μαθαίνει να βλέπεις

      (Δημοσιεύθηκε στην Athens Voice)

      Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας;

      Είναι μια δουλειά και θέλει πειθαρχία – να σηκώνεσαι το πρωί και να δουλεύεις. Θέλει και μια απλοϊκή πίστη ότι θα καταφέρεις να δώσεις μορφή σ’ αυτό που στο μυαλό σου είναι ασχημάτιστο. Δεν καθορίζεις εσύ τους ρυθμούς και μπορεί το «υλικό» σου να σου αντιστέκεται, γι’ αυτό θέλει υπομονή. Για τους περισσότερους αμείβεται άσχημα – χρειάζεσαι και πρόσθετη απασχόληση για βιοπορισμό. Τι θα είναι αυτή η συμπληρωματική απασχόληση είναι ένα ζήτημα, γιατί δύσκολα υπηρετεί κανείς δυο αφέντες. Γεννιέσαι συγγραφέας ή γίνεσαι; Μπορεί να γεννιέσαι –δεν ξέρω–, πάντως σου παίρνει καιρό για να βεβαιωθείς. Εγώ ακολούθησα άλλους δρόμους στην αρχή, αλλά θυμάμαι ότι ένιωθα μια βαθιά απογοήτευση που δεν κατάφερνα να γράψω. Λέγεται ότι η καλλιτεχνία, το γράψιμο ιδιαίτερα, κρύβει κάποιο έλλειμμα – συνδέεται με τον ναρκισσισμό. Ό,τι και να γράφεις, το γράψιμο είναι έκθεση, και η έκθεση είναι θεραπεία για τον ναρκισσισμό. Σιγά σιγά, μέσα από το γράψιμο, διανύεις μια πορεία – ο καθένας στο μέτρο του φυσικά. Το γράψιμο σε μαθαίνει να βλέπεις, να μην προσπερνάς αδιάφορα τους ανθρώπους και τα πράγματα. Όχι από υπολογισμό, για να γράψεις γι’ αυτά, αλλά γιατί ασκείσαι ακριβώς στο να βλέπεις. Δεν λέω ότι είναι ο μόνος τρόπος. Είναι ένας τρόπος πάντως, και μπορεί να γίνει τρόπος ζωής.

      Πού και πότε γράφετε καλύτερα;

      Τις πρωινές ώρες, στο σπίτι. Υπάρχουν φορές που με βοηθάει να καθίσω για καμιά ώρα σε ένα καφέ για να μαζέψω λίγο τις σκέψεις μου. Αρκετά συχνά δουλεύω και το βράδυ, προτιμώ όμως τότε να κάνω διορθώσεις, που είναι ευκολότερο.

      Κρατάτε ημερολόγιο;

      Όχι συστηματικά. Κρατάω σημειώσεις σε τετράδια κατά διαστήματα. Πολλά απ’ αυτά δεν τα χρησιμοποιώ τελικά, είναι περισσότερο για «ζέσταμα».

      Ποιος είναι ο μεγαλύτερος συγγραφικός φόβος;

      Ποιος είναι ο μεγαλύτερος ανθρώπινος φόβος; Φόβοι αλληλένδετοι: ότι δεν θα σ’ αγαπάνε πια (δεν θα θέλει κανείς να σε διαβάσει – θα μπορούσε να μεταφραστεί αυτό), θα αποτύχεις σ’ αυτό που κάνεις (δεν θα ξαναγράψεις τίποτα καλό), θα έρθει μια στιγμή που τίποτα δεν θα σου δίνει χαρά (για διάφορους λόγους ακόμη και το γράψιμο θα ευτελιστεί στα μάτια σου), θα πεθάνεις και δεν θα μείνει τίποτα (ε, καλά, αυτό είναι και το πιθανότερο!). Πρέπει κανείς να πολεμάει τον φόβο – κυρίως πρέπει να μάθει να μη φοβάται την αποτυχία. Γιατί και η αποτυχία είναι μέρος του παιχνιδιού, μια αποτυχία τώρα μπορεί να είναι ένα καθοριστικό βήμα για μια επιτυχία αργότερα. Ισχύει αυτό και στη ζωή και στο γράψιμο, και γι’ αυτό όταν αγαπάς έναν συγγραφέα έχουν ενδιαφέρον όλα τα στάδια από τα οποία πέρασε, ακόμη και βιβλία του που μπορεί να θεωρήθηκαν λιγότερο καλά.

      Υπάρχουν κι άλλοι φόβοι – παγίδες στις οποίες μπορεί να πέσει κανείς. Επειδή βρήκε έναν τρόπο, να προσκολληθεί δουλικά σ’ αυτόν και να τον κάνει μανιέρα, να μην πάει παρακάτω. Έτσι προκύπτουν κείμενα κούφια, στα οποία περισσότερο ακούς τον συγγραφέα από πίσω που φωνάζει: «Κοιτάξτε τι ωραία που γράφω!» Είτε πάλι να θεωρήσει κανείς ότι το θέμα τα «δικαιολογεί» όλα, μαζί και την ευτέλεια της γραφής. Ενδιαφέρον θέμα μπορεί να γίνει το οτιδήποτε, αν καταφέρει κανείς να του δώσει βάθος. Κάτι ανάλογο ισχύει και για το ύφος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το τι λες έχει πολύ να κάνει με το πώς το λες. Από την άλλη, κάποια από τα ωραιότερα κείμενα έχουν γραφτεί στην πιο γυμνή γλώσσα – δουλεμένη γλώσσα, αλλά η δουλειά του χτίστη πλέον δεν φαίνεται, σε μια γλώσσα που κατέκτησε την τελειότητα αλλά και τις «ατέλειες» που έχει η ίδια η ζωή.

      Κατά τη διάρκεια της έρευνας για τη συγγραφή ενός βιβλίου σας συνέβη ποτέ κάτι παράξενο;

      Η έρευνα δεν προηγείται υποχρεωτικά. Μέχρι ενός σημείου, έρευνα και συγγραφή μπορεί να γίνονται παράλληλα. Από την έρευνα ενδέχεται να προκύψει κάποιο στοιχείο που θα δώσει ενδιαφέρουσα τροπή στα πράγματα, αλλά και η πλοκή έστω αυτό που υπάρχει από την πλοκή, κάποιοι βασικοί χαρακτήρες ή μεμονωμένα επεισόδια– μπορεί να γίνει αφορμή να πάρει νέα κατεύθυνση η έρευνα. Το τελευταίο μου βιβλίο, «Το πρόσωπο του ουρανού», περιλαμβάνει ένα «χειρόγραφο» με τις αναμνήσεις ενός Άγγλου στρατιώτη από τη συνθηκολόγηση της Κρήτης το ’41. Δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω όταν άρχισα να ψάχνω τις πηγές. Ώσπου ανακάλυψα κάτι ενδιαφέρον για τη βρετανική πλευρά: Πέντε χιλιάδες χαμηλόβαθμοι Βρετανοί στρατιώτες εγκαταλείφθηκαν κατά την εκκένωση, όταν οι ανώτεροι αξιωματικοί (ακόμη και οι ειδικές δυνάμεις που είχαν σταλεί στην Κρήτη για να γίνουν η οπισθοφυλακή) έφυγαν με τα διαθέσιμα πλοία αφήνοντάς τους να πιαστούν αιχμάλωτοι πολέμου. Οι αναμνήσεις του στρατιώτη δεν βρίσκονται στο επίκεντρο του βιβλίου, όμως αυτή η μικρή ανακάλυψη ήταν ένα κομματάκι στο άφτιαχτο παζλ που μου επέτρεψε να «δω» λίγο παραπέρα.

      Ποιο βιβλίο θα ευχόσασταν να έχετε γράψει;

      Διάβασα πρόσφατα μια κλασική νουβέλα, τη «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» του Νικολάι Λέσκοφ. Είναι ένα κείμενο με αδιάπτωτη ενέργεια, που με πολύ λιτά μέσα στήνει εκπληκτικούς χαρακτήρες και θίγει μερικά από τα πιο καίρια ανθρώπινα ζητήματα. Απαντώντας όμως στην ερώτηση, υποχρεωτικά αναφέρομαι στη «στιγμή» που βρίσκομαι τώρα. Τι με απασχολεί ως συγγραφέα στο στάδιο που βρίσκομαι τώρα, ποια θέματα προσπαθώ να επιλύσω. Αν με ρωτήσετε κάποια άλλη «στιγμή», θα σας δώσω διαφορετική απάντηση.

      Συναναστρέφεστε άλλους συγγραφείς;

      Έχω κάποιους στενούς φίλους που είναι συγγραφείς. Κάνουμε ωραίες κουβέντες όταν βρισκόμαστε.

      Την περίοδο που γράφετε διαβάζετε παράλληλα βιβλία;

      Ναι, πάντα κάτι διαβάζω. Είμαι αναγνώστης πρώτα, και μετά συγγραφέας. Το να δω τον τρόπο κάποιου άλλου (που μπορεί να είναι συγγραφέας εντελώς διαφορετικού διαμετρήματος), πώς διαπραγματεύεται το θέμα, τι έχει τελικά να μου δώσει το βιβλίο του (εξαρτάται βέβαια αυτό και από το τι είμαι σε θέση να «πάρω»), σε μια περίοδο που ασχολούμαι εντατικά με το δικό μου βιβλίο, βρίσκω ότι με βοηθάει. Το να διαβάσω κάτι σύντομο, ποίηση για παράδειγμα, μπορεί και να με βάλει στη διάθεση να γράψω. Επίσης, συνήθως διαβάζω το βράδυ για να κοιμηθώ.

      Ποιο βιβλίο θα χαρίζατε σε ένα παιδί για να το μυήσετε στη λογοτεχνία;

      Εξαρτάται από το παιδί – τα ζητήματά του και τις αναζητήσεις του. Έχω την άποψη πως είναι σκόπιμο να μπει γρήγορα κανείς στα κλασικά, να μη φοβηθεί ότι θα το απωθήσουν. Υπάρχουν κείμενα που είναι προσιτά, ιστορίες του Μπόρχες ή του Ίταλο Καλβίνο, ακόμη και του Έντγκαρ Άλαν Πόε. «Η Μεταμόρφωση» ή και «Η Δίκη» του Κάφκα, «Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκοφ, αλλά και ο Ντοστογιέφσκι – «Ο Ηλίθιος», για παράδειγμα. Από τα πιο σημαντικά βιβλία της δικής μου εφηβείας ήταν «Ο νεαρός Τέρλες» του Μούζιλ και «Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ», που το θεωρώ λογοτεχνία και όχι μόνο ντοκουμέντο. Επίσης, η «Eroica» του Κοσμά Πολίτη. Υπάρχουν πολλά βατά και χαριτωμένα βιβλία, αν θέλει κανείς να πάρει εύκολο μονοπάτι, για παράδειγμα το «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα;» του Μαρκ Χάντον, που μπορεί να διαβαστεί από μεγάλους και παιδιά. Ένα πολύ ωραίο βιβλίο για μικρά παιδιά (και μεγάλους) είναι «Το δέντρο που έδινε» του Σελ Σίλβερσταϊν.

       Ελεάννα Βλαστού

      13.05.2013

      Επιστροφή