• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// συνεντεύξεις

    • 15.04.07

      Ιστορίες ενηλικίωσης

      (Δημοσιεύθηκε στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής)

      Μια νέα γυναίκα ακολουθεί το σύντροφό της στην Ιερουσαλήμ, για να ξεκινήσει μαζί του μια νέα ζωή. Ένας αδιάγνωστος πόνος γίνεται το νήμα που τη συνδέει με τη μέχρι τότε ζωή της, τα τραύματα και τις ματαιώσεις της. Η αφήγηση την παρακολουθεί να μπαινοβγαίνει σε δωμάτια στην Ιερουσαλήμ, την Αθήνα, το Λονδίνο, σε βιβλιοθήκες και το ιατρείο μιας ψυχαναλύτριας, αναζητώντας την ταυτότητά της. Όπως και στο “Μαγείο”, το πρώτο της μυθιστόρημα, η Δήμητρα Κολλιάκου στη “Θερμοκρασία Δωματίου” χτίζει με έμπνευση ένα γυναικείο χαρακτήρα που βιώνει μια δύσκολη ενηλικίωση σε μια συγχυσμένη αλλά γεμάτη έπαρση εποχή. Η συγγραφέας μίλησε στον “ΑτΚ”.

      Θα λέγατε ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία στο “Μαγείο” και στη “Θερμοκρασία Δωματίου”;

      Και στα δύο βιβλία, μέσα απο΄την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, παρακολουθούμε την πορεία μιας νέας γυναίκας. Στο “Μαγείο”, πρόκειται για το πέρασμα από μια παρατεταμένη εφηβεία στην ενηλικίωση. Το στοιχείο της περιπλάνησης υπάρχει κι εδώ, αλλά έχει παραμυθητικό χαρακτήρα (παρουσιάζεται, μάλιστα, με μια δόση μαγικού ρεαλισμού).

      Στη “Θερμοκρασία Δωματίου”, η περιπλάνηση και ο ξενιτεμός περνούν σε πρώτο πλάνο. Δεν πρόκειται απλώς για σχέδιο απόδρασης της ηρωίδας, για να γιατρέψει παλιά τραύματα (την απώλεια της οικογένειας, την ερωτική απόρριψη). Η δυσκολία προσαρμογής στον ξένο τόπο αντανακλά και προοικονομεί στο βιβλίο τη γενικότερη δυσκολία δυσκολία αυτοπροσδιορισμού και επικοινωνίας που χαρακτηρίζει τους ήρωες. Εδώ η δυσπροσαρμοστικότητα δεν είναι μια περαστική και αναπόφευκτη φάση πριν από την «ενηλικίωση», αλλά καταλήγει να γίνει για τους ήρωες τρόπος ζωής.

      Ο τίτλος δηλώνει τη μοναξιά της ηρωίδας, τη συναισθηματική της απομόνωση;

      Ο τίτλος χαρακτηρίζει τη φωνή του βιβλίου (τη φωνή της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας), που είναι ουδέτερη κι αποστασιοποιημένη, παρόλο που μιλάει για προσωπικά πάθη. Το δωμάτιο παραπέμπει στην απομόνωση, ηθελημένη ως ένα βαθμό, ή μάλλον για λόγους που δεν μπορεί να ελέγξει η πρωταγωνίστρια. Η θερμοκρασία του δεν έχει διακυμάνσεις, γιατί η αφηγήτρια πάσχει από μια δυσκολία επικοινωνίας – τη βλέπουμε σε διάφορα επίπεδα: στη σχέση με τον πατέρα, με τον ξάδερφο που την ενδιαφέρει ερωτικά, αργότερα με το σύντροφό της, και βέβαια με την ψυχοθεραπεύτρια. Ο εξωτικός/ξένος τόπος όχι μόνο δε δίνει λύση στο πρόβλημά της, αλλά γίνεται το πεδίο μιας συνεχιζόμενης διάψευσης. Ακόμα και το όνομά της δεν το μαθαίνουμε ποτέ, με τη δικαιολογία ότι οι διάφοροι ξένοι δεν το προφέρουν σωστά.

      Γιατί τη χαρακτηρίζει αυτή η έλλειψη προσανατολισμού, η εντύπωση ότι κάπου υπάρχει λάθος;

      Έχουμε ένα χαρακτήρα που ζει σε εποχή σύγχυσης. Οι παλιές αξίες δεν επαρκούν κι η αγάπη (που άλλοτε θα έφτανε για να κλείσει ο κύκλος της ιστορίας της) δεν είναι πια πανάκεια. Όμως η σύγχυση της ηρωίδας δεν την οδηγεί σε εφησυχασμό, ψυχική αποχαύνωση: αντιλαμβάνεται και την απασχολεί το ότι “κάπου υπάρχει λάθος”. Μέχρι το τέλος δεν παραιτείται -αν μη τι άλλο, δε χάνει την περιέργειά  της. Με αυτήν την έννοια, το βιβλίο είναι αισιόδοξα απαισιόδοξο κι η απαισιόδοξη ηρωίδα του είναι “η υποψιασμένη αισιόδοξη”.

      Η παρατεταμένη εφηβεία είναι κάτι που σας ενδιαφέρει ως μυθιστοριογράφο και γιατί;

      Η παρατεταμένη εφηβεία προσιδιάζει περισσότερο στη θεματική του “Μαγείου” και λιγότερο στο δεύτερο βιβλίο, που αφηγείται την ιστορία μιας παρατεταμένης ματαίωσης. Με ενδιαφέρει η γυναικεία ταυτότητα, σε μια εποχή που οι παραδοσιακοί ρόλοι (και για τα δύο φύλα) έχουν αμφισβητηθεί, και που γίνεται χαμός. Τι είδους στήριξη μπορεί να βρει κανείς, τι είδους πίστη; Η αφήγηση χρησιμοποιεί δυο παραδείγματα (ψυχοθεραπεία και γενετική), για να μιλήσει για την ανασφάλεια και ταυτόχρονα την έπαρση του σύγχρονου κόσμου.

      Οι φοβίες, οι έμμονες ιδέες δίνουν μυθοπλαστικό υλικό που σας συγκινεί;

      Θα μου φαινόταν δυσκολότερο να βάλω στο χαρτί έναν απόλυτα ισορροπημένο, ξένοιαστο χαρακτήρα – και προς τι; Εδώ έχουμε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και αναξιόπιστο, ως ένα βαθμό, αφηγητή: φοβίες, υποχονδριακή συμπεριφορά κ.λπ. επιτρέπουν αν δούμε “από μέσα” αυτό που δεν μπορούμε να δούμε “από πάνω”, λόγω ακριβώς των εγγενών περιορισμών της πρωτοπρόσωπης αφήγησης – επειδή τα πάντα φιλτράρονται μέσα από την οπτική του αφηγητή. Με ενδιέφερε να δείξω πώς ο τρόπος σκέψης και οι νευρώσεις της ηρωίδας προδιαγράφουν το μέλλον της, με ποια έννοια ο χαρακτήρας γίνεται πεπρωμένο. Η πλοκή και τα πρόσωπα είναι αλληλένδετα, κι από τη στιγμή που ο μυθιστοριογράφος νιώσει αρκετή οικειότητα με τα πρόσωπα, σχεδόν αφήνεται να τον καθοδηγήσουν όσον αφορά το “τι γίνεται μετά”.

      Εύη Καρκίτη

      15.4.2007

      Επιστροφή