• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// βιβλία

    • Ήμισυ του παντός (απόσπασμα)

      Αποσπάσματα από το «Ήμισυ του παντός» (Δήμητρα Κολλιάκου, 2015)

      Στο κλιμακοστάσιο, ο ζεσταμένος σάπιος αέρας θερμοκηπίου. Πλατύσκαλο, κι άλλη μια πόρτα που της αντιστέκεται. Σπρώχνει πιο δυνατά, η πόρτα φτάνει ως τη μέση, και μετά φρακάρει μ’ ένα απαίσιο τρίξιμο. Από το άνοιγμα δεν βλέπει τίποτα. Πέφτει πάνω στην πόρτα μ’ όλο της το βάρος και καταφέρνει να την ανοίξει διάπλατα· το πράσινο των πεύκων, το συμπαγές γαλάζιο του ουρανού περιβάλλουν το γκρίζο τσιμέντο της ταράτσας με την υπεροψία που έχει το σκοτάδι γύρω από ένα ουράνιο σώμα, σε φωτογραφία που πάρθηκε στο διάστημα.

      Ώσπου τον αντικρίζει στην άλλη άκρη της ταράτσας, και είναι ολοζώντανος. Όρθιος, στηρίζεται πίσω στα κάγκελα. Τα ρεβέρ του παντελονιού του γυρισμένα αποκαλύπτουν ξυπόλυτα και στραγγισμένα από κάθε χρώμα πόδια. Με το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού ψαύει το τσιμέντο, σαν να μπορούσε να σκάψει επί τόπου ένα αποτύπωμα.

      «Κύριε Λάμπρο, τι κάνετε; Είστε καλά;» Η φωνή της βγαίνει υπερβολικά δυνατή, σαν ν’ απευθύνεται σ’ έναν βαρήκοο υπερήλικα, που αναγκαστικά τον πατρονάρεις, γιατί η επικοινωνία μαζί του είναι σχεδόν ανέφικτη.

      Την κοιτάζει έντονα. Ίσως δεν την αναγνωρίζει.

      «Όχι, δεν είμαι καλά» της κάνει τελικά, με μια ηρεμία που τη σοκάρει, με ύφος που προδίδει πάνω απ’ όλα θιγμένη αξιοπρέπεια.
      Πίσω τους, σε χαμηλή υπόκρουση, το αγκομαχητό της Νίνο, που καθυστέρησε ν’ ανέβει τα σκαλιά.

      «Λάμπρο, τι κάνεις; Πού είναι τα παπούτσια σου;»

      Με το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού καμπουριασμένο, αυτός σκάβει ακούραστα στο ίδιο σημείο, σαν να μπορούσε να κάνει ν’ αναβλύσει απ’ το τσιμέντο θαλασσινό νερό.

      «Λάμπρο, κατέβα κάτω. Τα στεναχωρήσεις το κορίτσι…»

      Ποιο κορίτσι; Την κόρη του ίσως; Την εγγονή του; Αυτήν την ίδια;

      Πριν η Νίνο χωθεί ανάμεσά τους, προλαβαίνει να δει τη σύσπαση στο πρόσωπό του. Αναρωτιέται αν η σκηνή αυτή έχει ξαναπαιχτεί.

      «Κύριε Λάμπρο, ελάτε κάτω» του λέει πιο μαλακά με τη σειρά της. «Σκεφτείτε την κυρία Νίνο…Tην κόρη σας, που είναι μακριά… Tην εγγονή σας». Δεν είναι σίγουρη αν πρέπει να κάνει λόγο για τον Μίλτο. Αν και, με το να μην τον αναφέρει, τραβάει άθελά της πάνω του την προσοχή.

      Τώρα ο Λάμπρος τις κοιτάζει σαν παιδί που τα κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου, αλλά δεν ξέρει πώς να ξανακατέβει κάτω. Από φόβο μην πέσει από κει πάνω, δεν μπορείς ούτε να το μαλώσεις. Πρέπει πρώτα να βρεις τον τρόπο να το οδηγήσεις με ασφάλεια στο έδαφος, κι ύστερα να το τιμωρήσεις.

      «Σκατόγερε!» σκέφτεται από μέσα της. Κάπου έχει διαβάσει ότι οι χρόνιοι καταθλιπτικοί έχουν πολύ γερή κράση. Ζουν μέχρι το βαθύτατο γήρας, με μόνη ενόχληση την αθεράπευτη και παθολογική αδυναμία να απολαύσουν και να χαρούν.

      Και ξαφνικά προσέχει τον ήχο που βγαίνει από τον σάκο της. Το αρχικά διακριτικό κουδούνισμα έγινε κιόλας εκκωφαντικό. Ψαχουλεύει με άχρηστα χέρια την τσέπη όπου συνήθως ρίχνει το τηλέφωνο, όμως αυτό δεν της χαρίζεται: ξελαρυγγιάζεται σαν τρελαμένο κοκοράκι, που δεν θα πάψει αν δεν τους ξυπνήσει όλους. Για τον Λάμπρο, είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι.

      Ενώ κάνει το βήμα προς το μέρος της, μπορεί να δει στο πρόσωπό του τους μαιάνδρους της σκέψης του: δεν την καλούν τυχαία, εκείνη πήρε πρώτη, ή έστειλε με τρόπο κάποιο μήνυμα. Εκείνη επιχείρησε να ειδοποιήσει κάποιον ‒ τον Μίλτο ίσως, τον γιατρό ή την αστυνομία.
      «Μια στιγμή, θα το κλείσω» ψελλίζει, αλλά αυτός αποδεικνύεται πιο γρήγορος.

      Της βουτάει τον σάκκο, και πριν προλάβει ν’ αντιδράσει, το κινητό της βρίσκεται στα δικά του χέρια. Μάταια κάνει να τον εμποδίσει ‒ ο γερασμένος δισκοβόλος δεν έχασε ποτέ τη φόρμα του: του δίνει μία, και το εκσφενδονίζει πάνω απ’ τα φουντωτά κλαριά των πεύκων, όπως έκανε μάλλον λίγο πιο πριν με τα παπούτσια του.

      Επιστροφή