• 07.07.16

      Τρέφω καχυποψία για την καλλιλογία στη γραφή

      (Δημοσιεύτηκε αρχικά στη στήλη «Ανοιχτό Βιβλίο - Βιβλία στο προσκέφαλο» της Εφημερίδας των Συντακτών)

       

      Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα βιβλία, που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους

      Πανεπιστημιακός (δίδαξε θεωρητική γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο του Νιούκασλ, τώρα διδάσκει αγγλικά στο Πανεπιστήμιο Paris 7) και βραβευμένη πεζογράφος [«Το μαγείο», βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα Jim Wilson από το ΕΚΕΒΙ (2000) και η «Θερμοκρασία δωματίου», Athens Prize for Literature του περιοδικού «(Δε)κατα» (2007) και βραβείο μυθιστορήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών (2008)], η Δήμητρα Κολλιάκου ταξινομεί αναγνωστικές και προσωπικές μνήμες.

      Ένα ερεθιστικό μείγμα αναγνωστικής ζωής που προοικονομεί, όπως είναι αναμενόμενο, και το διεισδυτικό βλέμμα της γραφής της. Μια συγγραφέας με ανάγλυφο αφηγηματικό ίχνος φυλλομετρά τις μέρες της σαν βιβλίο και μας χαρίζει απρόσμενες λεπτομέρειες που μετεωρίζονται ανάμεσα στη μνήμη και την αναπαράστασή της.

      ❖❖❖❖❖

      Ως παιδί, μπαινόβγαινα στο σπίτι της θείας μου, που τη λάτρευα, κι εκεί ξεκίνησαν όλα. Ζούσε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα με βιβλία και δίσκους, που στην αρχή στα μάτια μου ήταν μόνο εξώφυλλα και τίτλοι – πίνακες ζωγραφικής. (Ίσως γι’ αυτό με τραβάνε τόσο οι τίτλοι των έργων στις εκθέσεις ζωγραφικής.) Το μυστήριο γράμμα «Eszett» είναι συνδεδεμένο στο μυαλό μου μ’ ένα εξώφυλλο του Κάφκα απ’ τη βιβλιοθήκη της – Der Prozeß. (Είχε ένα σκίτσο που έκανε ο Κάφκα και τα τρία γεωμετρικά ψαράκια – το λογότυπο του εκδοτικού οίκου Fischer.)

      Στον Κάφκα, και αργότερα στην πρόζα του Μπέκετ, βρήκα ένα κλίμα που, μ’ έναν τρόπο, αμέσως το αναγνώρισα, χωρίς να πιάνω, εννοείται, όλα τα επιμέρους. Στα δεκαπέντε μου, διάβαζα και ξαναδιάβαζα τις Απόψεις ενός Κλόουν του Χάινριχ Μπελ, και μου διέφευγαν πολλά, η φωνή του ήρωα όμως μου αρκούσε.

      Αυτό ψάχνω ακόμη στη λογοτεχνία: αν τα πρόσωπα βρίσκονται όντως εκεί που λένε ότι βρίσκονται (είτε είναι ένας κόσμος το εκεί είτε είναι ψυχική κατάσταση), αν η γλώσσα μιλάει ακέραια, χωρίς να παριστάνει. Το βρήκα στη σκακιστική νουβέλα του Τσβάιχ, στον Γιόζεφ Ροτ, στα πυρετικά πρόσωπα του Ντοστογιέφσκι. Μια νύχτα στο Εδιμβούργο, στο Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα του Μπουλγκάκοφ, ποτέ όμως με τον ίδιο τρόπο όταν δοκίμασα να το ξαναδιαβάσω.

      Τι πράγμα είναι η «αλήθεια» στην πρόζα; Πώς καταφέρνει το ψέμα να γίνει αληθινό; Τρέφω καχυποψία για την καλλιλογία στη γραφή, για την εκζήτηση στη φόρμα. Η υπαινικτικότητα στη λογοτεχνία έχει ενδιαφέρον ως προσέγγιση γιατί υπολογίζει και τον αναγνώστη. (Μπαίνει εδώ το ζήτημα παιδείας, του συγγραφέα, αλλά και του αναγνώστη.)

      Αυτό που κρύβουν οι λέξεις ο αναγνώστης πρέπει να θέλει να το ανακαλύψει. Να το ανακαλύψει με ελευθερία, γιατί η λογοτεχνία δεν χειραγωγεί. Έτσι και πάει να κάνει κάτι τέτοιο, όσο κομψός και «έξυπνος» κι αν είναι ο τρόπος, τότε το κείμενο υποβιβάζεται σε κάτι άλλο, που δεν μ’ ενδιαφέρει.

      saxtouris

      Στο βιβλιοπωλείο Athena, στο Χρόνινγκεν της Ολλανδίας, ανακάλυψα το Boyhood του βραβευμένου αργότερα με Νόμπελ Κούτσι (Σκηνές απ’ τη ζωή ενός παιδιού). Έτσι ξεκίνησε μια πολύχρονη σχέση μαζί του, που έχει και σκαμπανεβάσματα. Μια άλλη αποκάλυψη ήταν οι νουβέλες του Sebald (Οι ξεριζωμένοι), όχι για τη διακειμενικότητα, αλλά για τη λεπτότητα της εξήγησης. Ναι, ξέρω, ο συγγραφέας δεν «εξηγεί», αλλά «δείχνει». Υπάρχουν όμως κι αυτοί που είναι πραγματικά σε θέση να «εξηγήσουν», και μάλιστα πώς! Με συναρπάζουν πάντα οι εξηγήσεις στον Σταντάλ και στον Φλομπέρ.

      Στην εφηβεία μου, απ’ όλη τη γενιά του τριάντα, στάθηκα στη Βάρδια του Καββαδία και στην Eroica του Κοσμά Πολίτη. Στη βιβλιοθήκη της θείας μου υπήρχαν Μέλπω Αξιώτη, Πεντζίκης, Γιώργος Ιωάννου, Μάριος Χάκκας. Μπεράτης, Τσίρκας, Βαλτινός. Τον Μπεράτη τον ξαναδιάβασα αλλιώς μεγάλη.

      Η Κάθοδος των εννιά όμως (σε έκδοση του Κέδρου, απ’ το ’78) μου έκανε αίσθηση αμέσως, όχι για την ιστορία (ή την Ιστορία), αλλά για την αγνότητα της γλώσσας της. Στη Φιλοσοφική, στο μάθημα της λυρικής ποίησης, ο Γιατρομανωλάκης μας έβαλε κάποια φορά να μεταφράσουμε Αρχίλοχο, με έπαθλο ένα βιβλίο. Κέρδισα τον Φιλόξενο Καρδινάλιο, κι έτσι πρωτοδιάβασα Γονατά.

      Διαβάζω πολύ ποιητές κι ένας αγαπημένος μου είναι ο Μίλτος Σαχτούρης. Φεύγοντας για μεταπτυχιακά, πήρα μαζί μου στο Εδιμβούργο τα Ποιήματα 1945-1971 (Κέδρος, 1979). Τα Χριστούγεννα του ’95, επιστρέφοντας στην Αθήνα, με στρωμένη δουλειά έξω και την πεποίθηση (που με μελαγχολούσε βαθιά) πως δεν θα γράψω ποτέ, αφού δεν τα είχα καταφέρει μέχρι τότε, βρήκα στο σπίτι να με περιμένει ένα δεματάκι.

      Ήταν το τελευταίο ίσως που στάλθηκε ποτέ στη θεία μου, που λίγους μήνες πριν είχε φύγει απ’ τη ζωή. Περιείχε ένα βιβλιαράκι των εκδόσεων Άγρα, Η νύχτα των Ινδιάνων (Ένας λόγος του αρχηγού Σηάτλ 1855), σε πολυτονικό. Έκπληκτη διάβασα την αφιέρωση, υπογεγραμμένη από τον Σταύρο Πετσόπουλο: «Το κείμενο αὐτό χαρίζεται στον Κύριο Σαχτούρη με την ἀγάπη μου και τις εὐχές μου για τα Χριστούγεννα 1995 και το Νέον Ἔτος». Ίσως η θεία μου είχε απευθυνθεί κάποτε στην Άγρα για την έκδοση της μόνης δικής της μετάφρασης μιας νουβέλας του Κάφκα (Η περιγραφή ενός αγώνα, Νεφέλη, 1990).

      Δεν ξέρω πώς βρέθηκαν τα στοιχεία της στα γραφεία τους και πώς μπερδεύτηκαν με του ποιητή, που ζούσε τότε στην Κυψέλη και πέθανε το 2005. (Ούτε στιγμή δεν αμφισβήτησα ότι ο Κύριος Σαχτούρης ήταν ο ποιητής.) Από μια έλλειψη τόλμης απ’ την οποία έπασχα νεότερη δεν διανοήθηκα να επικοινωνήσω με την Αγρα, και πόσο μάλλον με τον Μίλτο Σαχτούρη, και να τους πω τι μου έκανε αυτό.

      Ήταν μια μαύρη χρονιά, και το βιβλιαράκι, που τελικά δεν έμεινε ανεπίδοτο, κι ας μην έφτασε στον σωστό παραλήπτη, μου φάνηκε σαν σημείο. Τoν Δεκέμβρη του ’99, εκδόθηκε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας το πρώτο μου μυθιστόρημα, Το μαγείο.

      Τελευταίο βιβλίο της Δ. Κολλιάκου είναι το μυθιστόρημα «Ήμισυ του παντός» (Πατάκης, 2015).

       

      Επιμέλεια: Μ. Φάις, Εφημερίδα των Συντακτών, 15.06.2016

      Επιστροφή