• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// βιβλία

    • Η αρρώστια των βουνών (απόσπασμα)

      [Απόσπασμα από τη νουβέλα «Η θλίψη είναι σουηδική», από την «Αρρώστια των Βουνών» της Δήμητρας Κολλιάκου]

      Στο τραπέζι της κουζίνας έχει σερβιριστεί πρωινό. Τοστ κομμένο σε τρίγωνα, βραστά αυγά σε αυγουλιέρες νούφαρα — άσπρα πορσελάνινα νούφαρα, με πλατύ πράσινο φύλλο για βάση. Της θυμίζουν κάτι αυγοθήκες που είχαν στο σπίτι όταν ήταν μικρή. Ο Γιούαν αλληθωρίζει, κατεβάζοντας τις σκούρες του ίριδες μέχρι τους δακρυγόνους αδένες των ματιών του. Η Μυρτώ τον παρακολουθεί συνεπαρμένη. Όρθιος μπροστά στην γκαζιέρα, ο Δημήτρης τηγανίζει μανιτάρια και ολόκληρα ντοματάκια. Στην καφετιέρα στραγγίζει ο καφές. Πού είναι η Άλις; Καλημερίζει και δε ρωτάει.

      Χαίρεται που τον πετυχαίνει μόνο, που δεν βρίσκει την Άλις να φροντίζει το παιδί της, σαν να ήταν το δικό της παιδί. Ο Δημήτρης έβρασε τ’ αυγά, ο Δημήτρης σερβίρισε τα παιδιά. Θα ’θελε να του πει πόσο καλό της κάνει αυτό, να τον βρίσκει στην κουζίνα να ετοιμάζει πρωινό. Μοντέρνος Έλληνας άντρας, δεινός μάγειρας και μητρικός πατέρας —ο καφές του δεν είναι ποτέ νερουλός, πινελιές κρόκου στις αυγοθήκες των παιδιών—, πόσο καλό της κάνει να τα βλέπει όλα αυτά, και μαζί πόσο κακό. Θα ’θελε να του πει ότι παρόμοιες αυγουλιέρες είχαν στο σπίτι όταν ήταν μικρή.

      Ναι; θα ρωτούσε ο Δημήτρης γελαστά.

      Και μετά τι;

      Το πολύ να της έλεγε τι αυγοθήκες είχαν εκείνοι, κι η Μυρτώ θα επέμενε να περιγράψει τις αυγοθήκες που έχουν τώρα. Ο μπαμπάς της όμως δεν ξέρει να βράζει αυγά, του βγαίνουν υπερβολικά σφιχτά, με μωλωπισμένο κρόκο ή μυξιάρικα. Αν δεν το είπε ήδη.

      Ο μπαμπάς μου δεν ξέρει να βράζει αυγά, τα κάνει μυξιάρικα.

      Ο Δημήτρης θα γέλασε ή ίσως της απάντησε με διπλωματικότητα:

      Και τι πειράζει; Ξέρει τόσα άλλα…

      Δεν πειράζει, γιατί να πειράζει, είχε πει και σ’ εκείνη. Είχαν πει, μάλλον — σε τέτοια, ο Δημήτρης με την Άλις ακολουθούσαν κοινή γραμμή. Δε ρωτάμε τίποτα, δεν είμαστε αδιάκριτοι. Αν θέλεις, μας λες. Όποτε θες εσύ, μόνο ό,τι θελήσεις εσύ. Είχε παραδεχτεί ότι υπήρχαν κάποια θέματα. Στα αγγλικά, της ήταν ευκολότερο, με τη δικαιολογία να παρακολουθεί και η Άλις. Υπάρχουν κάποια issues. Θέματα, ζητήματα. Ποια ήταν η επιτυχέστερη μετάφραση στα ελληνικά; Πώς το μετέφρασε ο Δημήτρης στο μυαλό του; Που μάλλον δεν θα το μετέφρασε. Υπάρχουν κάποια issues. Κι ο Στέφανος δεν θαρθει. Παρ’ όλα αυτά, εκείνες θα έρχονταν – οι δυο μας, εγώ με τη Μυρτώ. Αν δεν τους πείραζε να έρθουν μόνες. Και βέβαια δεν πειράζει, γιατί να πειράζει. Και για το οικονομικό θα ίσχυαν τα ίδια, αφού θα είχε χωριστή κρεβατοκάμαρα και τα παιδιά θα τα έβαζαν μαζί, όπως το είχαν συμφωνήσει απ’ την αρχή, όταν εντόπισαν το κότατζ στο διαδίκτυο. Τι είν’ αυτά που λες, Μαρία; είχε βάλει τις φωνές ο Δημήτρης. Ώστε οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους;

      Απολογείται που σηκώθηκε αργά. Τον άφησε να ετοιμάσει μόνος του το πρωινό της Μυρτώς. Τι ένα αυγό τι δύο, την καθησυχάζει. Ούτε δέκα δεν έχει πάει, κι η Άλις ακόμα χουζουρεύει.

      Ξύπνησε απ’ τ’ άγρια χαράματα —του εξηγεί παρ’ όλα αυτά—, και μόνο αφού παιδεύτηκε για ώρα, την ξαναπήρε για κανένα δίωρο ο ύπνος. Είδε και όνειρο μάλιστα, ότι βρισκόταν στο μαγαζί με τα όστρακα. Και σταματάει απότομα εκεί.

      Ποιος την πλησίασε στο μαγαζί με τα όστρακα; Ποιος της άνοιξε τη γροθιά; Δεν είναι δύσκολο να ενσωματώσει στο όνειρο αναδρομικά τον Δημήτρη.

      «Μαμά, ένα τριζόνι δάγκωσε το δαχτυλάκι του ποδιού του Γιούαν…» Διακόπτει απότομα το βλακώδες σενάριο η φωνή της Μυρτώς.

      Ο Γιούαν, ξυπόλυτος, ανεβάζει το πόδι του στη διπλανή καρέκλα και της δείχνει το μεγάλο του δάχτυλο.

      «Εδώ.»

      Σκύβει υπάκουα να δει. Το νύχι είναι λίγο σπασμένο στην άκρη – καθαρό, πάντως. Αν σιχαίνεται κάτι, είναι τα νύχια των ποδιών τους, τα ιδρωμένα πόδια με το μαύρο κερί ή ό,τι τέλος πάντων το λένε αυτό στα διάσελα ανάμεσα στα δάχτυλα· μείγμα από γλίτσα και χνούδι σκούρας κάλτσας.

      «Το μεγάλο του δάχτυλο» διορθώνει τα ελληνικά της Μυρτώς «όχι το δαχτυλάκι».

      Το κενό ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο δάχτυλο είναι φαρδύ, δεν υπάρχει τίποτα εκεί. Αν όμως έχωνε το δείκτη της ανάμεσα στο τέταρτο κατά σειρά δάχτυλο και στο μικρό του δαχτυλάκι, θα ’βρισκε χνούδι, άμμο, ίσως και κάνα κομματάκι φύκι – κρυμμένους θησαυρούς.

      «Τι έπαθε το δάχτυλό σου;» στρέφεται ν’ αντικρίσει τον Γιούαν.

      «Ένα τριζόνι» πετάγεται η Μυρτώ απ’ την καρέκλα της κι αρχίζει να στριφογυρίζει στην κουζίνα, ανεβοκατεβάζοντας τα χέρια της σαν μεγάλα φτερά. «Ένα τριζόνι καθόταν στο κρεβάτι του. Μπορεί να ήρθε κι από το δικό μου» –γελάει– «αλλά τα πόδια μου ήταν κρυμμένα κάτω απ’ το σεντόνι».

      «Εδώ» της ξαναδείχνει ο Γιούαν.

      Τότε προσέχει μια μικροσκοπική αλλά βαθιά αμυχή. Το δέρμα ροδαλό παντού, κι ακόμη πιο ροδαλό, πορφυρό σχεδόν, στο εσωτερικό της αμυχής. Είναι το είδος της πληγίτσας που μπορεί να κάνει μόνος του κανείς, τραβώντας τα πετσάκια γύρω απ’ τα νύχια.

      «Μήπως το ’φαγες εσύ;» ρωτάει, δίχως να καταφέρει να ηχήσει κωμική.

      «Δε φτάνω» διαμαρτύρεται ο Γιούαν, κι ανασηκώνει άγαρμπα το πόδι του, θέλοντας να της δείξει πως δεν μπορεί να το φέρει στο στόμα του.

      «Μήπως σ’ το ’φαγε η Μυρτώ;» πετάγεται ο Δημήτρης, κι η Μυρτώ ξεσπάει σε θεατρινίστικα γέλια.

      «Μπορεί, μπορεί!» ξεφωνίζει και δοκιμάζει να σταθεί στις μύτες των ποδιών της. Ύστερα κάνει μια περιστροφή, πρίμα μπαλαρίνα που προβάρει μια πιρουέτα. «Μαμά, κοίτα τι κάνω!»

      Δεν της αρέσουν τέτοια αστεία, κι ακόμη λιγότερο τα γέλια της Μυρτώς. Δεν είναι το αστείο –που δεν ήταν τόσο αστείο–, αλλά οι συνειρμοί που προκαλεί: Η Μυρτώ του έφαγε το μεγάλο του δάχτυλο… Θα την πουν τρελή, αλλά σαφώς επιδέχεται φαλλική ερμηνεία· του το έγλειψε, και τώρα γελάει υστερικά.

      Κάνει ποτέ του τέτοιες σκέψεις ο Δημήτρης; Τη φαντάζεται, τουλάχιστον, να κάνει εκείνη τέτοιες σκέψεις; Μήπως γι’ αυτό κοιτάζει τώρα αμήχανα ολόγυρα; Το παράκανε, ανησυχεί. Λάθος, δεν ανησυχεί καθόλου, απλώς ψάχνει τ’ αυγά.

      «Η μαμά μου φτάνει» καυχιέται η Μυρτώ στον Γιούαν. «Η μαμά μου μπορεί ν’ αγγίξει τη μύτη της με τα δάχτυλα του δεξιού της ποδιού!»

      Ο Γιούαν ξαναλληθωρίζει.

      Η κόρη είναι η μητέρα, ο γιος είν’ ο πατέρας.

      Φτάνει, το θέαμα έχει γίνει απωθητικό. Αν ήταν το δικό της παιδί, θα του έλεγε κάτι. Έτσι όπως πάει, θα γκαβωθεί: οι ίριδες που ανεβοκατεβαίνουν, φτάνοντας ως τους δακρυγόνους αδένες των ματιών, σαν πόλοι μαγνητών – έλκονται οι ετερώνυμοι και οι ομώνυμοι απωθούνται. Όχι τίποτα άλλο, μη μάθει να τον αντιγράφει κι η Μυρτώ.

      Τι περνάει απ’ το μυαλό του Δημήτρη, όπως σπάει τ’ αυγά στο τηγάνι; Το πιθανότερο τίποτα, κακώς βουρλίζεται η ίδια. Προσέχει απλώς μην του τρυπήσει ο κρόκος. Μαγειρεύει καλά, ξέρει κι από κρασιά. Το βράδυ, όταν πάνε για ύπνο τα παιδιά, οι τρεις τους ξεφαντώνουν. Τρικούβερτα δείπνα στην κουζινίτσα του κότατζ, οινοποσίες μέχρι πρωίας. Καταναλώνει ένα μπουκάλι κρασί κάθε βράδυ, της είπε σε μια δόση η Άλις. Όχι στις διακοπές –τώρα αδειάζουν τρίτο και τέταρτο μπουκάλι–, αλλά και το χειμώνα, ό,τι μέρα και να ’ναι. Ε, και λοιπόν, καμώθηκε την άνετη εκείνη, τι πειράζει. Τι, τι πειράζει; διαμαρτυρήθηκε με ένταση η Άλις, πρέπει να το περιορίσει, πίνει πάρα πολύ.

      Θα κάνει όπου να ’ναι την εμφάνισή της. «Γλυκιά μου» θα της είπε προηγουμένως ο Δημήτρης –sweet, έτσι τη λέει, πότε sweet και σπανιότερα sweetie, μα είναι φοβερός!– «μείνε εσύ λίγο ακόμα στο κρεβάτι, μέχρι να ετοιμάσω πρωινό». Τον έχει ακούσει να τη φωνάζει και sunshine· για σκέψου, λέει, να την έλεγε ο Στέφανος λιακάδα μου.

      «Τριζόνι ήταν όντως» την επαναφέρει στην κουζίνα η φωνή του Δημήτρη «και μάλιστα πράσινο».

      «Πράσινο σαν ακρίδα» συμπληρώνει η Μυρτώ.

      «Δεν έχω ξαναδεί πράσινο τριζόνι» –ο Δημήτρης αφήνει τ’ αυγά να τσιτσιρίζουν στο τηγάνι και πλησιάζει στο τραπέζι– «σίγουρα πάντως δεν ήταν ακρίδα. Ήταν τριζόνι. Μοιάζουν με τις ακρίδες, αλλά οι κεραίες τους είναι πιο μακριές».

      Τι του λες τώρα; Καλά που δεν το βρήκε εκείνη. Ωραίο να τ’ ακούς τη νύχτα, αλλά στο κρεβάτι της να λείπει.

      «Δεν το ’ξερα πως τσιμπάνε» του κάνει, αναβάλλοντας να ρωτήσει αυτό που την απασχολεί πραγματικά: Πού είναι το τριζόνι τώρα, το βγάλατε τουλάχιστον έξω;

      «Είναι παμφάγα, αλήθεια!» γελάει ο Δημήτρης. «Συνήθως τρώνε φύλλα, μπορούν να μασουλίσουν φλοιό δέντρου, αλλά ορισμένα είδη είναι αρπακτικά: επιτίθενται σ’ άλλα έντομα, ακόμα και στα σαλιγκάρια…»

      «Στα σαλιγκάρια!» ενθουσιάζεται η Μυρτώ.

      «Μπορεί να ήταν το τριζόνι, Γιούαν;» επιχειρεί φιλότιμα να πάρει μέρος στην κουβέντα, κι ας μην πιστεύει λέξη απ’ όλα αυτά.

      «Μπορεί!» βεβαιώνει γελαστά ο Δημήτρης, και τη σερβίρει καφέ. «Μπορεί να πέρασε το πόδι του Γιούαν για κορμό δέντρου –στα σκοτεινά δε θα καλόβλεπε κιόλας–, εκτός πάλι κι αν ήταν η Μυρτώ…»

      Της δίνει την κούπα με τα έντομα. Μέλισσα, πεταλούδα, μυρμήγκι, σκαθάρι, μονόχρωμες μινιμαλιστικές απεικονίσεις σ’ ευθύγραμμη διάταξη –κίτρινο, κόκκινο, πράσινο, τιρκουάζ–, λιμπελλούλα, κουνούπι, κατσαρίδα, γυρίζει γύρω γύρω την κούπα να τα ξαναδεί.

      «Μαμά, άσε με να σου δείξω» τραβάει απότομα απ’ τα χέρια της την κούπα η Μυρτώ. «Άσε με να σου δείξω το τριζόνι…»

      «Επίτηδες μου ’δωσες τα μαμούνια;» ψευτομαλώνει τον Δημήτρη. «Τώρα θα μου τον χύσει τον καφέ.»

      Για τον εαυτό του κράτησε την κούπα με τα σκυλιά –όλες οι γνωστές ράτσες, κι ανάμεσά τους, γι’ αστείο, ένα χοτ ντογκ–, ενώ για την Άλις ξέμεινε η κούπα με τα ψάρια. Τις βρήκαν σ’ ένα απ’ τα ντουλάπια της κουζίνας (ό,τι διασώθηκε από μεγαλύτερο σερβίτσιο;) και τις χρησιμοποιούν οι τρεις τους εκ περιτροπής. Αν ήταν απ’ την κούπα να φαίνεται η μέρα σου –η καλή μέρα απ’ την πρωινή κούπα φαίνεται–, τότε ο Δημήτρης είναι πιστό σκυλί, ψάρι η Άλις, έντομο η ίδια. Που αν προσγειωθεί πάνω στο ρούχο σου, κάνεις μια έτσι με το χέρι σου και το πετάς δίχως δεύτερη σκέψη από πάνω σου.

      Με προσοχή, η Μυρτώ της επιστρέφει τον καφέ της. Πεταλούδα, λιμπελλούλα, κουνούπι, κατσαρίδα… Εκτός κι αν είναι το τριζόνι. Απ’ τα αρπακτικά.

      «Είμαι τριζόνι κι έρχομαι να σε φάω» τσιρίζει τώρα η Μυρτώ. Το δεξί της χέρι πάνω στο τραπέζι, ο δείχτης κι ο μεσαίος γίνονται ποδαράκια που τρέχουν. Ταπ ταπ ταπ.

      «Είμαι τριζόνι και θα σου ροκανίσω το μικρό σου δαχτυλάκι» μπαίνει κι ο Γιούαν στο παιχνίδι, και μιμείται το τρεχαλητό των δαχτύλων της. Στη μέση του τραπεζιού, τα χέρια τους συμπλέκονται, αρχίζουν να στρίβουν ο ένας τα δάχτυλα του άλλου.

      «Σιγά, μη στραμπουλήξετε κάνα χέρι» πάει να επέμβει, και φυσικά την αγνοούν. Περιορίζεται ν’ απομακρύνει απ’ το ρινγκ τις αυγοθήκες. Την εκνευρίζουν οι τσιρίδες τους, πόσο την εκνευρίζουν!

      «Παιδιά!» υψώνει τη φωνή του ο Δημήτρης. Σκύβοντας πάνω απ’ το τραπέζι, τους σταματάει στη στιγμή, πιάνοντας κι απ’ τις δυο πλευρές το άτακτο χέρι που παριστάνει το τριζόνι σφιχτά απ’ τον καρπό. Καθηγητές στο ίδιο σχολείο, πλεονεκτεί σαφώς απέναντί της. Εκείνος ξέρει να χειρίζεται παιδιά.

      «Άουτς, πονάει» διαμαρτύρεται η Μυρτώ, κι ας ξεραινόταν τόσην ώρα στα γέλια.

      Μήπως ν’ αλλάξει επάγγελμα, λοιπόν; Να μπορούσε ν’ αποσπαστεί στην πρεσβεία… Να μην έχει να κάνει με παιδιά. Ν’ ασχολείται μόνο με χαρτιά. Η αδυναμία της να παρέμβει –έστω για να βεβαιωθεί πως ο Δημήτρης δε σφίγγει υπερβολικά το χέρι της Μυρτώς– την κάνει να νιώθει εντελώς ανεπαρκής.

      «Καθίστε καλά, να σας πω για τους αγώνες των τριζονιών στην Κίνα» τώρα ο Δημήτρης καλοπιάνει τα παιδιά. Δε χάνει ούτε λεπτό την ευρηματικότητά του, πράγμα που καταντάει για την ίδια λιγάκι ενοχλητικό.

      «Οι τριζονομαχίες στο Πεκίνο» ανακοινώνει με στόμφο. Για μια στιγμή, τα βλέμματά τους διασταυρώνονται. «Θ’ αποφύγουμε τα δράματα έτσι» τη βεβαιώνουν τα μάτια του «τα δε σε παίζω, δεν είμαστε φίλοι, και τα λοιπά».

      «Παλιά στην Κίνα έβαζαν τα τριζόνια να παλεύουν ανά δύο σε μικροσκοπικές αρένες». Πιάνει κι από τους δύο το δεξί τους χέρι και τους τα κλείνει ταυτόχρονα γροθιά. Τους βάζει να στηρίξουν τον αγκώνα στο τραπέζι και τους παρακινεί να παίξουν χαϊδευτικές μπουνιές.

      Ζηλεύει που τους βλέπει κρεμασμένους απ’ τα χείλη του. Κρυφά ταλέντα, Δημητράκη, σκέφτεται με μια δόση κακίας. Δε μας τα είχες πει αυτά. Από δόκτορας φυσικής, καθηγητής σε σχολείο. Να σου τώρα και παραμυθάς.

      Τα φαντάζεται ή όχι –δεν ξέρει–, πάντως τους εξηγεί και τους κανόνες: νικητής θα ανακηρυχτεί όποιο τριζόνι αναποδογυρίσει τον αντίπαλο και τον πετάξει έξω απ’ το ρινγκ. Πάνω στον αγώνα ενδέχεται ο ηττημένος να υποκύψει σε θανατηφόρο τραύμα.

      «Οι Κινέζοι έκαναν και κηδείες στα τριζόνια, με φέρετρα από καλάμι» γυρίζει κι απευθύνεται σ’ εκείνη, και μοιάζει να μιλάει σοβαρά.

      Δεν έβλεπε κάτι παρόμοιο στον ύπνο της; Η παραλία που ήταν νεκροταφείο μικρών ζώων, το αγοράκι που έπαιζε τον παλαιοντολόγο… Οι αχηβάδες ήταν κοκαλάκια…

      «Τι πάει να πει φέρετρα;» ρωτάει η Μυρτώ.

      «Κάτι σαν κουτί» σπεύδει να εξηγήσει ο Δημήτρης «που έβαζαν μέσα το ψόφιο τριζόνι, για να το φυλάξουν».

      Της κάνει εντύπωση το για να το φυλάξουν. Σαν να προσέχει μην της προξενήσει λύπη. Σχεδόν δεν πιάνεται για ψόφιο αφού θα το φυλάξουν, και πράγματι, η Μυρτώ χαμογελά.

      «Πώς τα ξέρεις εσύ όλα αυτά;» τον ρωτάει, και μέσα της ανησυχεί ότι τώρα θα κάνει την εμφάνισή της η γυναίκα του.

      Ο Δημήτρης φέρνει τα χέρια του μπροστά, σαν να ’δινε το εναρκτήριο σήμα σε μια αθέατη ορχήστρα. Ύστερα πιάνει την κούπα απ’ το τραπέζι και πίνει μια γουλιά καφέ.

      «Παλιά είχα κι εγώ τριζόνι» της λέει μ’ ένα μυστήριο ύφος, περιπαικτικά και μαζί εξομολογητικά.

      Κακώς το κάνει τώρα αυτό, κι ας παριστάνει την αθώα. Για δεύτερη φορά απ’ το πρωί, ανταποδίδει έντονα το βλέμμα του.

      Επιστροφή