• ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ// συνεντεύξεις

    • 04.01.08

      Ακούω φωνές…

      (Δημοσιεύθηκε στο Βήμα)

      Είναι φορές που, αντί να συνομιλώ “πολιτισμένα”, ακούω φωνές που με ρωτάνε (όχι πολύ ευγενικά) γιατί γράφω, για ποιον γράφω και αν θεωρώ πως έχω τίποτα να πω. Δεν έχουν όλα ήδη ειπωθεί πολύ καλύτερα; Από τους Ιρλανδούς, τους Γερμανούς, τους Ρώσους, τους Γάλλους, τους Αμερικανούς, τους Λατινοαμερικανούς, ίσως και κάποιους Έλληνες; Και αν γράφω από προσωπική ανάγκη (γιατί σε περιόδους που δεν έγραφα ένιωθα μια αόριστη απογοήτευση), τότε γιατί δημοσιεύω;

      Σχεδόν παράδοξα, όμως, όταν ανοίγω να διαβάσω τους αληθινά μεγάλους, παραμερίζει έστω για λίγο η δική μου ανεπάρκεια και η δύναμη του κειμένου μού στερεώνει την πίστη ότι η λογοτεχνία μπορεί και πρέπει να ξαναγραφτεί.

      Συνομιλώ παθητικά με τη μεγάλη (αγγλόφωνη, κυρίως) λογοτεχνία- εκείνοι έγραψαν, εγώ διαβάζω. Μόνο που ενώ παλιότερα η λογοτεχνία ήταν καταφύγιο -βυθιζόμουν στο κείμενο-, τώρα το διάβασμα γίνεται αφορμή να καθήσω να γράψω με τον τρόπο περίπου που ορισμένα είδη μουσικής (ο Σοστάκοβιτς, ο Στιβ Ράιχ) με βάζουν στη διάθεση να ξαναρχίσω να δουλεύω αυτό που έγραφα χθες, να προχωρήσω λίγο παρακάτω.

      Ανατρέχω στον Μπέκετ, γιατί έγραφε αφαιρώντας, ήξερα να γράφει για το τίποτα. (Και γιατί ο Μπέκετ πάντα με προσγειώνει πάνω που γράφοντας αρχίζω να χάνω το μέτρο και τον τόνο της αφηγηματικής φωνής). Ξαναδιαβάζω σελίδες του Τζόις για να δω πώς δουλεύει η επιφοίτηση, το λεγόμενο epiphany.

      Το υποδόριο χιούμορ των δύο μεγάλων Ιρλανδών βρίσκω ότι σχολιάζει με απόλυτη επιτυχία την ανθρώπινη κατάσταση. (Καμία σχέση δεν έχει αυτό το υψηλό και καλλιεργημένο χιούμορ με το είδος της παρωδίας που γράφουν πολλοί τελευταία και που δεν με συγκινεί).

      Τέτοιο χιούμορ, που περιλαμβάνει την τραγικότητα , βρίσκω σε συγγραφείς πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, όπως οι Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ίταλο Καλβίνο, Ζορζ Περέκ και Πολ Όστερ. Με ενδιαφέρει επίσης ένα άλλο είδος γραφής, η ψυχρή γραφή που συνδυαλέγεται και σχολιάζει, όπως του Κούτσι, του ΝτεΛίλο, του Σέμπαλντ.

      Διαβάζω Παπαδιαμάντη, Κοσμά Πολίτη, Πεντζίκη, Γονατά, Ιωάννου για την αγνότητά τους. Ανατρέχω συχνά στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη γιατί έχει μια ωραία γύμνια. Παρακαλουθώ σύγχρονες βρετανίδες και ιρλανδέζες μυθιστηριογράφους  και ποιήτριες -την Ανν Στίβενσον, την Άλι Σμιθ, την Τέσα Χάντλεϊ, την Ανν Ενράιτ, την Τζάκι Κέι, την Κλερ Κίγκαν. Επίσης, τη σύγχρονη θεατρική σκηνή, μέσα από παραστάσεις στο Royal Court.

      Με ενδιαφέρει αν δω πώς γίνεται θέμα από το μη θέμα, πλοκή από την έλλειψη πλοκής, χαρακτήρας από το προσωπικό εγώ. Ψάχνω να βρω, όπως λένε, τη φωνή μου ακι ίσως η ανασφάλεια που νιώθω στο γράψιμο, αλλά και στη ζωή μου γενικότερα, αντανακλάται στη γραφή μου υφολογικά και θεματικά.

      Με απασχολεί η εσωστρέφεια και η εξωστρέφεια, το ζήτημα της ταυτότητας, κατά πόσο η σύγκλιση με την όποια ομάδα ή ο αποκλεισμός μας είναι το καθοριστικό στοιχείο της προσωπικής μας ιστορίας. Πράγματα που με απασχολούν και προσωπικά: τι νόημα έχουν η παρατεταμένη παραμονή μου στο εξωτερικό, οι συχνές επιστροφές στην Ελλαδα (όπου πάλι ψιλονιώθω ξένη), άλλες επιλογές που έχω κάνει και που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιδιόρρυθμες ή απόλυτα συμβατικές.

      Συνομιλώ με αναγνώστες που γράφουν κι οι ίδιοι και με αναγνώστες που δεν γράφουν. Και μια ωραία ψευδαίσθηση της λογοτεχνίας είναι ότι σε φέρνει κοντά σε ανθρώπους που νιώθουν μόνοι με παρόμοιο τρόπο όπως εσύ.

      Δήμητρα Κολλιάκου

      4.1.2008

      Επιστροφή