• 18.05.16

      «Κι από μόνη της, η γενναιότητα βελτιώνει την ποιότητα ζωής»

      (Δημοσιεύτηκε στο clickatlife.gr)

      Η Δήμητρα Κολλιάκου μάς μιλάει για το τελευταίο της μυθιστόρημα, με τίτλο: «Ήμισυ του παντός» από τις εκδόσεις Πατάκη, για τις κεντρικές θεματικές του, αλλά και για τη διαδικασία της γραφής, το θέμα, τους ήρωες, το τέλος.
      Η Δήμητρα Κολλιάκου γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά πλέον ζει στο εξωτερικό και διδάσκει στο κέντρο γλωσσικών πόρων του Πανεπιστημίου Paris Diderot (Paris VII). Στο βιογραφικό της θα βρει κανείς διακρίσεις, όπως το βραβείο μυθιστορήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών και πλούσιο έργο με νουβέλες και μυθιστορήματα, «Το Μαγείο» (Εκδόσεις Εστία), «Θερμοκρασία δωματίου», «Το πρόσωπο του ουρανού» (Εκδόσεις Πατάκη), «Η αρρώστια των βουνών» (Εκδόσεις Πατάκη), αλλά και διηγήματα που έχουν εμφανιστεί σε συλλογές, εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Το τελευταίο της μυθιστόρημα έχει τίτλο “Ήμισυ του παντός” (Εκδόσεις Πατάκη). Σε αυτό, η αρχή είναι ένα «ήμισυ» κομμένο αυθαίρετα, που λέει μια μισερή αλήθεια. Αναζητώντας την πρωτογενή αιτία, τα πρόσωπα θα διεκδικήσουν μερίδιο στην ευθύνη, με τίμημα κι ανταμοιβή να γίνουν και τα ίδια ήμισυ του παντός.

       

      Το θέμα του βιβλίου “Ήμισυ του παντός” περιστρέφεται γύρω από την έννοια της οικογένειας με τους ήρωες να ανασυνθέτουν ή να προσπαθούν να σχηματίσουν τις προσωπικές τους ιστορίες ως μέλη μιας οικογένειας. Τι σημαίνει αυτή η επιλογή για εσάς και πόσο δέσμιοι των οικογενειακών μας ιστοριών πιστεύετε πώς είμαστε;

       

      Υπάρχουν δύο οικογένειες στο Ήμισυ του παντός. Ο ηλικιωμένος πατέρας του Μίλτου είναι παντρεμένος με την “ξένη” γυναίκα (Νίνο) που πρόσεχε τη γυναίκα του (μητέρα του Μίλτου) στο τελευταίο στάδιο της ασθένειάς της. Από την άλλη, η Μαίρη έχει μεγαλώσει σ’ ένα μικρό οικογενειακό σύμπαν, που αποτελείται από την ίδια και την μητέρα της (μια λαϊκή γυναίκα), με μόνη “πατρική” φιγούρα, στη θέση του πατέρα που έχασε όταν ήταν παιδί, τον (διανοούμενο) οικογενειακό φίλο κύριο Δαλμάτη. Οι σχέσεις που δημιουργεί η Μαίρη με όλα αυτά τα πρόσωπα ποικίλλουν, και σ’ έναν βαθμό καθορίζονται από το τι έχει συμβεί στο παρελθόν της/τους, αλλά και το τι νομίζει/νομίζουν ότι της/τους έχει συμβεί. Η οικογένεια αλλά και η ιστορική στιγμή (η σύγχρονη Ελλάδα, η Αθήνα της κρίσης στην περίπτωση του Μίλτου και της Μαίρης, η Αμπχαζία, η Γεωργία και η Ελλάδα ως ξένη χώρα στην περίπτωση της Νίνο, η άλλη Ελλάδα που γνώρισαν ο πατέρας του Μίλτου, η μητέρα του, ο Δαλμάτης και η μητέρα της Μαίρης) δίνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος, χωρίς να ξεχνάμε όμως και την ιδιαιτερότητα, τον προσωπικό (γενετικό) παράγοντα. Παραθέτω αποσπασματικά τον παρακάτω διάλογο από το Ήμισυ του Παντός, για να απαντήσω στην ερώτηση – πόσο δέσμιοι είμαστε του οικογενειακού μας παρελθόντος.
      «Είναι αλλαγές στη διάθεσή μου πολύ απότομες, που δεν μπορώ να τις ελέγξω. Απ’ έξω μπορεί να φαίνομαι νορμάλ… Δεν δείχνω τίποτα, δεν κάνω τίποτα τρελό, αλλά δυσκολεύομαι πολύ, πάρα πολύ να συγχρονιστώ μ’ αυτό που υπάρχει γύρω μου [...]»
      «Είναι διάγνωση αυτό που μου περιγράφεις;»
      «Δική μου διάγνωση. [...]
Με απογοητεύει το ότι όλο αυτό είναι απλώς μια διαταραχή. Το μηχάνημα λειτουργεί, αλλά παρουσιάζει κάποια μικροπροβλήματα. Πάντα αναζητούσα τις αιτίες, το βαθύτερο τραύμα, τελικά όμως αυτό που έχω είναι μάλλον ανεξάρτητο από τους άλλους, από την κατάσταση, από το τι μπορεί να μου συνέβη όταν ήμουν παιδί… Τελικά απλώς “Αυτό” είμαι εγώ.»

       

      Επίσης, το βιβλίο, όπως έχετε πει η ίδια, ασχολείται με το θέμα της απομόνωσης, της τρέλας και των ψυχικών διαταραχών. Γιατί αυτό;

      Πράγματι, ο πατέρας του Μίλτου (Λάμπρος) υποφέρει από σοβαρή ψυχική διαταραχή, για κάποια από τα “συμπτώματα” της Μαίρης διαβάσαμε παραπάνω, υπάρχει επίσης και η απομόνωση της ξένης (Νίνο), η οποία, πέρα από το ότι είναι ξένη, υφίσταται βία (όχι μόνο λεκτική) από τον τραυματισμένο (από τη ζωή) Λάμπρο. Η “τρέλα”, η “διαταραχή”, η “απόκλιση” αυτόματα συνεπάγονται τη “σύγκρουση”, μια σύγκρουση με τον εαυτό και τους άλλους, με τη νόρμα, την κανονικότητα. Και νομίζω προκύπτουν πολύ ενδιαφέροντα ερωτήματα εδώ. Μπορεί ή θα έπρεπε να ενσωματωθεί κάποιος που βιώνει μια τέτοια “απόκλιση”, κι αν ναι, με ποιον τρόπο; Μπορεί ν’ αλλάξει η στάση μας απέναντι στην τρέλα, να αποδεχτούμε το «Τελικά απλώς “Αυτό” είμαι εγώ»; Ποια ευθύνη φέρουν οι “άλλοι”, τα κοντινά πρόσωπα, ο περίγυρος; Τι (ηθική) στάση θα πρέπει να κρατήσουν; Είναι υλικό για μυθιστόρημα όλα αυτά, γιατί το μυθιστόρημα χτίζεται με χαρακτήρες που βρίσκονται σε σύγκρουση με συστήματα αξιών, με τον εαυτό τους, με τους άλλους…

       

      Το βιβλίο διατρέχει ένα κλίμα μυστηρίου και οι πρωταγωνιστές κινούνται σε ένα περιβάλλον «κλειστοφοβικό». Ποια ανάγκη εξυπηρετεί αυτή η επιλογή;

      Μπορεί να διαβαστεί σ’ ένα επίπεδο και ως αστυνομικό. Η αφηγήτρια ψάχνει να βρει τι συνέβη στην ίδια αλλά και στους άλλους, ποιος φταίει, πώς θα μπορούσε να βοηθήσει. Παρόλο που βρίσκεται τόσο κοντά στα δυνάμει θύματα και θύτες, δεν καταφέρνει να εμποδίσει, ως ένα σημείο τουλάχιστον, το δράμα, την καταστροφή.

       

      Το μυθιστόρημά σας εκτυλίσσεται στη σύγχρονη Αθήνα της οικονομικής κρίσης.​ Πολλοί είναι εκείνοι που βλέπουν στην οικονομική κρίση μια θετική διάσταση, που αφορά στον επαναπροσδιορισμό αξιών. Ποια η γνώμη σας;

      Στην Αθήνα, όπου περνάω μεγάλα διαστήματα, βλέπω γύρω μου μεγάλη απελπισία. Κι αυτό είναι και το σοβαρότερο ζήτημα: η απελπισία, η παραίτηση, και η γενικότερη απαξίωση που συνεπάγονται αυτές. Βεβαίως είναι δύσκολο να διατηρεί κανείς την ψυχραιμία του, ιδίως όταν έχουν περάσει χρόνια σε τέτοια σκοτεινιά. Πάντως θα πρέπει κάπως να συνεχίσουμε – αυτός είναι ο μόνος τρόπος. Πέρα απ’ το πόση διαφορά μπορεί να κάνει για το αύριο, είναι ο μόνος τρόπος να βελτιώσει κανείς την κάθε μέρα που περνάει. Και υπάρχουν πράγματι αξιοθαύμαστα παραδείγματα, και τα βλέπω και αυτά – τη θετική διάσταση: νέοι ή και λιγότερο νέοι που αγωνίζονται με ευρηματικότητα και γενναία. Γιατί, κι από μόνη της, η γενναιότητα βελτιώνει την ποιότητα ζωής.

       

      Ειδικά στον χώρο του βιβλίου, πώς πιστεύετε ότι λειτούργησε η εν λόγω κρίση;

      Μάλλον τα πράγματα έχουν χειροτερέψει κι άλλο. Το ήδη πολύ μικρό κοινό συρρικνώθηκε, οι εκδότες βρίσκονται σε δεινή θέση, οι βιβλιοπώλες βρίσκονται σε δεινή θέση. Πολλοί δημοσιογράφοι και κριτικοί δεν βρίσκονται πια εκεί που ήταν παλιότερα. Όταν περνάω μπροστά από ένα καφέ που είναι φίσκα, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πως πολλοί απ’ τους θαμώνες δεν θα διέθεταν για ένα βιβλίο τα τρία ή τα τέσσερα ευρώ που διαθέτουν για τους καφέδες ή τις μπύρες (τέτοια τιμή αποκτά πλέον ένα βιβλίο λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του.) Κάποιοι θα έλεγαν κιόλας πως δεν το αξίζουν τα βιβλία που βγαίνουν. Αυτή η πνευματική αδράνεια, και πόσο μάλλον η γενική απαξίωση, είναι προϊόντα της κρίσης – η οικονομική κρίση υποχρεωτικά συνδέεται με μια ευρύτερη πνευματική κρίση, και την εντείνει. Πάντως κρίση στο βιβλίο υπήρχε στην Ελλάδα από παλιά. Υπήρχαν εποχές που οι λογοτέχνες διαβαζόντουσαν μεταξύ τους. Εγώ εξακολουθώ να γράφω για την κάθε μέρα, πάνω απ’ όλα για τη χαρά που μου δίνει η ενασχόληση με τη γραφή.

       

      Πώς καταλήγετε στο θέμα του βιβλίου σας;

      Μέσα από το γράψιμο. Αυτό που μπορεί να έχω στο μυαλό μου στην αρχή, στην πορεία αλλάζει πολύ. Δεν έχω έτοιμη την ιστορία όταν αρχίζω να γράφω, μπορεί να έχω όμως κατά νου κάποια από τα πρόσωπα. Πρώτα αναδύονται καθαρότερα οι χαρακτήρες, και μετά oi ιστορίες τους και η ευρύτερη πλοκή.

       

      Όταν η ιστορία πάρει να σχηματίζεται, πώς αποφασίζετε για το τέλος που θα της δώσετε; Πόσο μεγάλη είναι αυτή η «ευθύνη» του συγγραφέα;

      Το ίδιο ισχύει κι εδώ. Αναγκαστικά, ο συγγραφέας περνάει πολύ χρόνο με τους ήρωες. Τα πρόσωπα με καθοδηγούν και όσον αφορά το κλείσιμο, την κατάληξη της ιστορίας.

       

      Μετά από δυο περίπου δεκαετίες συγγραφικής πορείας, έχετε απάντηση στο ερώτημα: γιατί γράφω;

      Αν μετρήσουμε από τότε που άρχισα να γράφω (κι όχι από πότε εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο), τις έχω φτάσει όντως τις δυο δεκαετίες. Γράφω κυρίως επειδή με συναρπάζει η γλώσσα ως εργαλείο. Οι δυνατότητες που δίνει αυτό το εργαλείο, ένα εργαλείο που λίγο πολύ το διαθέτουμε όλοι. Ένα λογοτεχνικό γραπτό είναι ένα μυστήριο –πώς αναδύονται οι χαρακτήρες, πώς δημιουργείται μια ατμόσφαιρα–, κι αυτό ακριβώς βρίσκω συναρπαστικό, το πώς γεννιέται αυτό το μυστήριο. Η ανάγνωση της λογοτεχνίας είναι μια εμπειρία βαθιά προσωπική. Η λογοτεχνία δίνει στον αναγνώστη ελευθερία. Κι ίσως αυτό είναι η βασική διαφορά από τη μη-λογοτεχνία (που παριστάνει τη λογοτεχνία): εκεί δεν έχουμε ελευθερία, αλλά διάφορες μορφές απλής χειραγώγησης. Δεν είναι πάντα η δημιουργική διαδικασία διαφανής, ούτε και για τον ίδιο τον συγγραφέα. Κάτι σου έρχεται “απ’ έξω” ως δοσμένο. (Έμπνευση; Ίσως επειδή έχεις μια μικρή ευχέρεια, κι έχεις επίσης μάθει να προσέχεις το “απ’ έξω”). Το υπόλοιπο όμως πρέπει να το χτίσεις μόνος σου, αναδεικνύοντας το “δοσμένο”, την “έμπνευση”. Θέλει μεγάλη πειθαρχία, και μου αρέσει και αυτό, μου δίνει κάτι σαν προστασία. Θλίβομαι κάπως όταν τελειώνει ένα βιβλίο, γιατί διακόπτεται αυτή η προστασία, μπορεί και για αρκετά μεγάλο διάστημα, μέχρι να καταφέρω να μπω βαθιά σε κάτι νέο.

      Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, 17.05.2016

      Επιστροφή